Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συναισθηματικός δεσμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συναισθηματικός δεσμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Η αγάπη είναι μόνο μία, Χόρχε Μπουκάι

Ο καθένας έχει έναν μόνο τρόπο ν’ αγαπάει: τον δικό του.

Μπορώ να κάνω ένα σωρό πράγματα για να σου εκφράσω, να σου δείξω, να σου αποδείξω, να επιβεβαιώσω ή να υποστηρίξω ότι σ’ αγαπώ, όμως, μόνο ένα πράγμα μπορώ να κάνω με την αγάπη μου, κι αυτό είναι να Σ’ ΑΓΑΠΩ, να ασχολούμαι μαζί σου, να εκδηλώνω τα συναισθήματά μου όπως τα νιώθω. Και το πώς τα αισθάνομαι είναι ο δικός μου τρόπος να σ’ αγαπώ.
Μπορείς να το δεχτείς ή μπορείς να το απορρίψεις, μπορείς να καταλάβειςτ τι σημαίνει ή μπορείς να το αγνοήσεις παντελώς. Αυτός, όμως, είναι ο τρόπος μου να σ΄αγαπώ· δεν έχω άλλον.
Ο καθένας έχει έναν μόνο τρόπο ν’ αγαπάει: τον δικό του.
Στο χώρο της ψυχικής υγείας συναντάμε πολλές φορές άτομα που έμαθαν –λανθασμένα και χωρίς να καταλάβουν πώς–, ότι αγάπη είναι να χτυπάς, και καταλήγουν να παντρεύονται κάποιους που τους χτυπούν προκειμένου να αισθανθούν ότι τους αγαπούν (πολλές κακοποιημένες γυναίκες υπήρξαν κακοποιημένες θυγατέρες).
Για αιώνες κακοποιούσαν ή πλήγωναν οι γονείς τα παιδιά τους λέγοντας ότι το κάνουν για το καλό τους: “Εμένα με πονάει περισσότερο που πρέπει να σε δείρω”, λένε συχνά οι γονείς.
Και στα πέντε σου, δεν είσαι σε θέση να κρίνεις αν είναι ή δεν είναι πράγματι έτσι.
Και προσαρμόζεσαι· αλλάζεις συμπεριφορά.
Και εξακολουθείς, πολλές φορές, να τρως ξύλο και να το θεωρείς ωφέλιμο.
Όταν δούλευα με εξαρτημένους, την εποχή που έκανα ειδικότητα στην ψυχιατρική, παρακολουθούσα μια γυναίκα που είχε πατέρα αλκοολικά και παντρεύτηκε με τη σειρά της έναν αλκοολικό άντρα. Τη γνώρισα στην κλινική όπου ο άντρας της ήταν εσωτερικός ασθενής. Επί χρόνια συνόδευε τον σύζυγό της στις ομάδες Ανώνυμων Αλκοολικών στην προσπάθεια να ξεπεράσει τον εθισμό του, από τον οποίο έπασχε για πάνω από δώδεκα χρόνια.
Τελικά, εκείνος κατάφερε να απέχει από το αλκοόλ επί είκοσι τέσσερις μήνες. Τότε ήρθε η γυναίκα του για να μου πει ότι, μετά από δεκαέξι χρόνια γάμου, ένιωθε ότι η αποστολή της είχε λήξει η υγεία του συζύγου της είχε αποκατασταθεί… Εγώ, τότε που ήμουν είκοσι επτά χρόνων και νεοδιορισμένος γιατρός, ερμήνευσα ότι, στην πραγματικότητα, αυτό που ήθελε ήταν να θεραπεύσει τον πατέρα της αντικαθιστώντας τη θεραπεία του πατέρα με αυτή του συζύγου.
Εκείνη είπε: “Μπορεί, τώρα πάντως δεν με συνδέει τίποτα με τον σύζυγό μου. Υπέφερα πολύ από τον αλκοολισμό του, αλλά έμεινα κοντά του για να μην τον εγκαταλείψω στη μέση της θεραπείας τώρα όμως δεν θέλω να ξέρω τίποτα πια γι’ αυτόν”.
Πράγματι, χώρισαν. Ένα χρόνο αργότερα, τελείως τυχαία, κάπου αλλού συναντηθήκαμε με τη γυναίκα αυτή που είχε κάνει μια καινούργια σχέση. Είχε ξαναπαντρευτεί… έναν άντρα επίσης αλκοολικό.
Οι ιστορίες αυτές, που δεν μπορούμε να καταλάβουμε με τη λογική, έχουν να κάνουν με τον τρόπο που κουβαλάει κανείς μέσα του δικά του άλυτα θέματα· με το πώς αντιλαμβάνεται την αγάπη.
Το Σ’ ΑΓΑΠΩ και ΣΟΥ ΔΕΙΧΝΩ ΟΤΙ Σ’ ΑΓΑΠΩ μπορεί να είναι δύο πράγματα τελείως διαφορετικά για μένα και για σένα.
Και εδώ, όπως και σε όλα τα θέματα, μπορεί να διαφωνήσουμε ριζικά χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο ένας από τους δύο κάνει αναγκαστικά λάθος.
Παραδείγματος χάριν: ξέρω πως η μαμά μου μπορεί να σου δείχνει ότι σ’ αγαπάει με διάφορους τρόπους, όπως όταν είσαι σε καλεί στο σπίτι και φτιάχνει τα φαγητά που σου αρέσουν. Αν λοιπόν, για τη μέρα που σ’ έχει καλέσει, έχει ετοιμάσει δύο ή και τρία από εκείνα τα υπέροχα αραβικά φαγητά που για να τα φτιάξει χρειάστηκε να περάσουν πεντ’-έξι μέρες στην κουζίνα ζυμώνοντας, ξεφλουδίζοντας, τεμαχίζοντας και βράζοντας τα υλικά, αυτό για τη μαμά μου σημαίνει ότι σ’ αγαπάει.
Και αν δεν έχεις μάθει να ερμηνεύεις αυτόν τον τρόπος έκφρασης, μπορεί να μην καταλάβεις ότι γι’ αυτήν είναι το ίδιο σαν να λέει σ’ αγαπώ. Αυτό σημαίνει ότι είναι εκδηλωτική; Δεν ξέρω. Σε κάθε περίπτωση, είναι ο ΔΙΚΟΣ ΤΗΣ τρόπος να λέει σ’ αγαπώ. Αν δεν μάθω να διαβάζω το μήνυμα που εκφράζουν έμμεσα αυτές οι κινήσεις, δεν θα μπορέσω ποτέ να αποκωδικοποιήσω το μήνυμα που εκφράζει ο άλλος. (Μια φορά την εβδομάδα, ΟΤΑΝ ΖΥΓΙΖΟΜΑΙ, επιβεβαιώνω πόσο πολύ μ’ αγαπούσε η μαμά μου, και πόσο καλά αποκωδικοποίησα το μήνυμά της!)
Όταν σ’ αγαπάει κάποιος, σου αφιερώνει ένα μέρος της ζωής, του χρόνου και του ενδιαφέροντός του.
Όταν σ’ αγαπάει κάποιος, οι πράξεις του σου λένε καθαρά πόσο πολύ νοιάζεται για σένα.
Μπορεί ν’ αποφασίσω να κάνω κάτι που θέλεις, με τη φαντασίωση ότι θα καταλάβεις πόσο σ’ αγαπώ. Κάποια φορά μπορεί να το κάνω, άλλοτε μπορεί και όχι. Αν και δεν μου αρέσει, μπορεί να σηκωθώ από τα χαράματα της 13ης Δεκεμβρίου, να στολίσω το σπίτι και να ετοιμάσω το πρωινό γεμίζοντας τους τοίχους με αφίσες και το κρεβάτι με δώρα, και για το βράδυ να έχω καλέσει ένα σωρό κόσμο…
Ξέροντας πόσο σε συγκινεί, είναι πιθανό κάποια φορά να το δεις να γίνεται, αν έχω διάθεση. Αν, όμως, επιβάλλεται να κάνω το ίδιο κάθε χρόνο, κι εγώ το επαναλαμβάνω μόνο και μόνο για να σ’ ευχαριστήσω… μην έχεις και την απαίτηση να το απολαμβάνω. Γιατί, αν δεν είναι κάτι που κι εγώ θέλω από μόνος μου, ίσως είναι καλύτερο και για τους δυο μας να μη το κάνω καθόλου.
Βέβαια, αν εγώ δεν έχω ποτέ διάθεση να κάνω κάτι τέτοιο, ούτε και τίποτ’ απ’ αυτά που ξέρω ότι σου αρέσουν, τότε κάτι συμβαίνει.
Με τη συμβίωση, θα μπορούσα να μάθω να χαίρομαι με την ψυχική ικανοποίηση που σου προσφέρω, έτσι όπως εσύ το προτιμάς. Και πράγματι, έτσι γίνεται. Αυτό όμως δεν έχει καμία σχέση με ορισμένες απόψεις που λίγο-πολύ δέχονται όλοι, απόψεις που φαίνονται να είναι αντίθετες με αυτό που μόλις είπα, και με τις οποίες, ασφαλώς, δεν συμφωνώ.
Μιλάω συγκεκριμένα για τις θυσίες στην αγάπη.
Μερικές φορές ο κόσμος θέλει να με πείσει ότι πέρα από την ιδέα τού να είναι κανείς ευτυχισμένος, σημαντικές σχέσεις είναι εκείνες όπου ο ένας είναι ικανός να θυσιάζεται για τον άλλον. Η αλήθεια είναι πως εγώ δεν πιστεύω ότι η αγάπη είναι χώρος θυσίας. Δεν πιστεύω ότι όταν θυσιάζεται κανείς για τον άλλον, αυτό αποτελεί εγγύηση αγάπης, και ακόμη λιγότερο, ότι η θυσία αποδεικνύει την αγάπη μου για τον άλλο.
Η αγάπη είναι ένα συναίσθημα που εγγυάται την ικανότητα να χαιρόμαστε πράγματα μαζί, κι όχι ένα μέτρο για το πόσο είμαι διατεθειμένος να υποφέρω για σένα, ή πόσο είμαι έτοιμος να απαρνηθώ τον ίδιο μου τον εαυτό.
Σε κάθε περίπτωση, το μέτρο της αγάπης μας δεν το καθορίζει ο πόνος που μπορεί να μοιραστούμε – έστω κι αν αυτό αποτελεί μέρος της ζωής. Η αγάπη μας μετριέται και δυναμώνει ανάλογα με το πόσο ικανοί είμαστε να περπατάμε μαζί σ’ αυτόν τον δρόμο, να απολαμβάνουμε κάθε βήμα όσο γίνεται περισσότερο, και να αυξάνουμε την ικανότητα μας να χαιρόμαστε ακριβώς αυτό: το ότι είμαστε μαζί.
…Ένας πανάρχαιος μύθος των ινδιάνων, Σου, λέει πως ήρθαν κάποτε στη σκηνή του γέρου μάγου της φυλής, πιασμένοι χέρι χέρι, ο Άγριος Ταύρος, ο πιο γενναίος και τιμημένος νέος πολεμιστής, και το Ψηλό Σύννεφο, η κόρη του αρχηγού, μία από τις ωραιότερες γυναίκες της φυλής.
“Αγαπιόμαστε” αρχίζει ο νέος.
“Και θα παντρευτούμε” λέει εκείνη.
“Και αγαπιόμαστε τόσο που φοβόμαστε…”
“Θα θέλαμε κάποιο μαγικό, ένα χαϊμαλί, ένα φυλαχτό…”
“Κάτι που θα μας εγγυάται ότι θα είμαστε για πάντα μαζί.”
“Που θα μας εξασφαλίσει ότι θα είμαστε ο ένας στο πλευρό του άλλου ώσπου να συναντήσουμε τον Μανιτού, την ημέρα του θανάτου.”
“Σε παρακαλόυμε” ικετεύουν, “πες μας τι μπορούμε να κάνουμε…”
Ο μάγος τούς κοιτάζει και συγκινείται που βλέπει τόσο νέους, τόσο ερωτευμένους, να λαχταρούν τόσο μια του λέξη.
“Υπάρχει κάτι…” λέει τελικά ο σοφός μάγος μετά από αρκετή ώρα. “Αλλά  δεν ξέρω… είναι ένα έργο πολύ δύσκολο και απαιτεί θυσίες.”
“Δεν μας πειράζει” λένε κι οι δύο.
“Ό,τι και να’ ναι” επιβεβαιώνει ο Άγριος Ταύρος.
“Ωραία” λέει ο μάγος. “Ψηλό Σύννεφο, βλέπεις το βουνό που είναι βόρεια από το χωριό μας; Πρέπει να ανέβεις μόνη σου, χωρίς τίποτε άλλο εκτός από ένα δίχτυ και τα χέρια σου και να κυνηγήσεις το πιο όμορφο και δυνατό γεράκι του βουνού. Αν το πιάσεις, πρέπει να το φέρεις εδώ ζωντανό την τρίτη μέρα μετά την πανσέληνο. Κατάλαβες;”
Η νεαρή κοπέλα συγγατανεύει σιωπηλά.
“Κι εσύ, Άγριε Ταύρε” συνεχίζει ο μάγος, “πρέπει να ανέβεις το βουνό του κεραυνού, κι όταν φτάσεις στην κορυφή να βρεις τον πιο άγριο απ’ όλους τους αετούς, και με τα χέρια σου μόνο κι ένα δίχτυ να τον πιάσεις χωρίς να το τραυματίσεις και να τον φέρεις μπροστά μου, ζωντανό, την ίδια μέρα που θα έρθει και το Ψηλό Σύννεφο… Πηγαίνετε τώρα.”
Οι δύο νέοι κοιτάζονται με τρυφερότητα, κι ύστερα από ένα φευγαλέο χαμόγελο φεύγουν για να εκπληρώσουν την αποστολή που τους ανατέθηκε. Εκείνη πάει προς το βορρά, εκείνος προς το νότο…
Την καθορισμένη ημέρα, μπροστά στη σκηνή του μάγου, περιμένουν οι δύο νέοι, ο καθένας με μια πάνινη τσάντα που περιέχει το πουλί που τους ζητήθηκε.
Ο μάγος τούς λέει να βγάλουν τα πουλιά από τις τσάντες με μεγάλη προσοχή. Οι νέοι κάνουν αυτό που τους λέει, και παρουσιάζουν στον γέρο για να τα εγκρίνει τα πουλιά που έπιασαν. Είναι πανέμορφα· χωρίς αμφιβολία, τα καλύτερα του είδους τους.
“Πετούσαν ψηλά;” ρωτάει ο μάγος.
“Ναι, βέβαια. Κι εμείς, όπως μας ζητήσατε… Και τώρα;” ρωτάει ο νέος. “Θα τα σκοτώσουμε και θα πιούμε την τιμή από το αίμα τους;”
“Όχι” λέει ο γέρος.
“Να τα μαγειρέψουμε και να φάμε τη γενναιότητα από το κρέας τους;” προτείνει η νεαρή.
“Όχι” ξαναλέει ο γέρος. “Κάντε ό,τι σας λέω. Πάρτε τα πουλιά και δέστε τα μεταξύ τους από τα πόδια μ’ αυτές τις δερμάτινες λωρίδες… Αφού τα δέσετε, αφήστε τα να φύγουν· να πετάξουν ελεύθερα.”
Ο πολεμιστής και η νεαρή κοπέλα κάνουν ό,τι ακριβώς τους έχει πει ο μάγος, και στο τέλος ελευθερώνουν τα πουλιά.
Ο αετός και το γεράκι προσπαθούν να πετάξουν, αλλά το μόνο που καταφέρνουν είναι να στριφογυρίζουν και να ξαναπέφτουν κάτω. Σε λίγα λεπτά, εκνευρισμένα που δεν καταφέρνουν να πετάξουν, τα πουλιά επιτίθενται με τσιμπήματα το ένα εναντίον του άλλου μέχρι που πληγώνονται.
“Αυτό είναι το μαγικό. Μην ξεχάσετε ποτέ αυτό που είδατε σήμερα. Τώρα, είστε κι εσείς ένας αετός κι ένα γεράκι. Αν δεθείτε ο ένας με τον άλλο, ακόμη κι αν το κάνετε από αγάπη, όχι μόνο θα σέρνεστε στη ζωή σας, αλλά επιπλέον, αργά ή γρήγορα, θα αρχίσετε να πληγώνετε ο ένας τον άλλον. Αν θέλετε η αγάπη σας να κρατήσει για πάντα, να πετάτε μαζί, αλλά ποτέ δεμένοι.”

Απόσπασμα από το βιβλίο “Ο δρόμος της συνάντησης”, ΦΥΛΛΑ ΠΟΡΕΙΑΣ ΙΙ, του Χόρχε Μπουκάι, εκδόσεις opera/animus


Πού πήγε η αγάπη μας; Χάνοντας επαφή...



Αγάπη: ίσως η πιο χρησιμοποιημένη και όμως η πιο δυνατή λέξη. Για την αγάπη έχουν γραφτεί τόμοι ολόκληροι, ποιήματα, τραγούδια, έχουν γίνει προσευχές, έχεις γίνει πόλεμοι, όπως  για την Ωραία Ελένη, και έχουν χτιστεί μνημεία, όπως το Ταζ Μαχάλ. Τι είναι όμως στ’αλήθεια η αγάπη; Η αγάπη είναι στην πραγματικότητα η κορυφή της εξέλιξης, ο πιο αποτελεσματικός μηχανισμός επιβίωσης του ανθρώπινου είδους. Όχι γιατί μας παρακινεί να ζευγαρώνουμε και να αναπαραγόμαστε. Ως γνωστόν, τα καταφέρνουμε να ζευγαρώνουμε και χωρίς αγάπη! Η αγάπη μας κάνει να δεσμευτούμε συναισθηματικά με μερικούς πολύτιμους άλλους που μας προσφέρουν ένα ασφαλές λιμάνι για να προφυλαχθούμε από τις τρικυμίες της ζωής. Η αγάπη είναι κυματοθραύστης, φτιαγμένος για να προσφέρει συναισθηματική προστασία που μας βοηθάει να τα βγάζουμε πέρα με τους κλυδωνισμούς της ύπαρξης.
Η τάση να δενόμαστε συναισθηματικά – να βρίσκουμε κάποιον που να μπορούμε να του πούμε «κράτα με σφιχτά»- είναι εγγεγραμμένη στα γονίδια και στο σώμα μας. Χρειαζόμαστε συναισθηματικούς δεσμούς με ορισμένους άλλους, αναντικατάστατους, για να είμαστε οργανικά και ψυχικά υγιείς- ώστε να επιβιώνουμε.
Η θεωρία του συναισθηματικού δεσμού μας διδάσκει ότι οι αγαπημένοι μας είναι το καταφύγιό μας στη ζωή. Όταν αυτό το πρόσωπο είναι συναισθηματικά απρόσιτο ή δεν ανταποκρίνεται στο κάλεσμά μας, φοβόμαστε ότι θα παραμείνουμε έξω στο κρύο, μόνοι και ανήμποροι. Μας κατακλύζουν συναισθήματα όπως θυμός και λύπη, νιώθουμε πληγωμένοι, αλλά πάνω απ’όλα φοβισμένοι. Και είναι φυσικό διότι ξέρουμε ότι ο φόβος είναι το ενσωματωμένο σύστημα συναγερμού που διαθέτουμε και μπαίνει σε λειτουργία όταν η επιβίωσή μας κινδυνεύει. Όταν χάνουμε την επαφή μας με τον αγαπημένο μας, τότε τίθεται σε κίνδυνο η αίσθηση ασφάλειας που έχουμε. Ο συναγερμός μεταφέρεται στην αμυγδαλή, αυτό το σημείο το εγκεφάλου μας που ο Joseph LeDoux του Κέντρου Νευροεπιστημών του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης ονομάζει «κέντρο του φόβου». Αυτή η περιοχή του εγκεφάλου που μοιάζει με αμύγδαλο, ενεργοποιεί μια αυτόματη ανταπόκριση. Δεν σκεφτόμαστε, νιώθουμε και ενεργούμε.
Όλοι ξέρουμε πώς είναι ο φόβος που νιώθουμε όταν δεν συμφωνούμε ή βρισκόμαστε σε αντιπαράθεση με τους συντρόφους μας. Αλλά γι’αυτούς από μας που έχουμε ασφαλείς δεσμούς, είναι ένας φόβος που διαρκεί ελάχιστα. Ο φόβος σύντομα και εύκολα φεύγει διότι συνειδητοποιούμε ότι δεν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος ή ότι ο σύντροφός μας θα μας καθησυχάσει εάν του το ζητήσουμε. Γι’αυτούς από μας με αδύνατους και συγκρουσιακούς δεσμούς, ο φόβος μπορεί να είναι καταλυτικός. Βαλτώνουμε μέσα σε έναν «πρωταρχικό/αρχέγονο πανικό», έτσι όπως τον ονομάζει ο Jaak Panksepp από το Πανεπιστήμιο της Πολιτείας της Ουάσινγκτον. Μετά κάνουμε ένα από τα δύο: ή γινόμαστε απαιτητικοί και επίμονοι σε μία προσπάθεια να παρηγορηθούμε και να πάρουμε την επιβεβαίωση που χρειαζόμαστε ή απομακρυνόμαστε σε μια προσπάθεια να παρηγορήσουμε και να προστατεύσουμε τον εαυτό μας. Δεν έχουν σημασία ακριβώς τα λόγια που λέμε, αλλά αυτό που πραγματικά λέμε σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις είναι: «Δώσε μου προσοχή. Μείνε μαζί μου. Σε χρειάζομαι» ή «Δεν σε αφήνω να με πληγώσεις. Θα παγώσω, θα προσπαθήσω να κρατήσω τον έλεγχο».
Εάν αγαπάμε τους συντρόφους μας, γιατί δεν ακούμε απλώς την έκκλησή τους για προσοχή και επαφή και δεν ανταποκρινόμαστε με φροντίδα; Διότι τις περισσότερες φορές δεν είμαστε συντονισμένοι με αυτούς. Είμαστε απασχολημένοι ή μπλεγμένοι στα δικά μας. Δεν ξέρουμε πώς να μιλήσουμε τη γλώσσα του συναισθηματικού δεσμού, δεν δίνουμε ξεκάθαρα μηνύματα για το τι έχουμε ανάγκη ή για το πόσο νοιαζόμαστε. Συχνά μιλάμε με δισταγμό διότι νιώθουμε αμφιθυμία για τις δικές μας ανάγκες. Ή στέλνουμε εκκλήσεις μας για επαφή με έκφραση θυμού και ματαίωσης, διότι δεν νιώθουμε σίγουροι και ασφαλείς στη σχέση μας.
Όταν μια σχέση γενικά βρίσκονται σε ελεύθερη πτώση, οι άνδρες συνήθως λένε ότι νιώθουν απόρριψη και ότι είναι ανεπαρκείς και αποτυχημένοι. Οι γυναίκες λένε ότι εγκαταλείφθηκαν και ότι έχασαν την επαφή. Οι γυναίκες φαίνεται να έχουν μια παραπάνω απόκριση από τους άνδρες, η οποία ενεργοποιείται όταν νιώθουν δυστυχισμένες. Οι ερευνητές την ονομάζουν «τάση για φιλία». Οι γυναίκες επειδή έχουν περισσότερη ωκυτοκίνη, την «ορμόνη της αγκαλιάς», στο αίμα τους, ζητάνε βοήθεια όταν νιώθουν έλλειψη επαφής/σύνδεσης. 

Αποσπάσματα από το βιβλίο της Dr Sue Johnson με τίτλο "Κράτα με Σφιχτά" (μτφρ Ρίτα Βεντούρα), εκδόσεις Gutenberg, 2014.