Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανεργία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανεργία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πώς να είναι Αισιόδοξος ένας Άνεργος

Η εργασία αποτελεί την κυριότερη απασχόληση στην καθημερινή ζωή του μέσου ενήλικα.  Μας προσφέρει χρήματα, ρουτίνα, επαφή με κόσμο και μια αίσθηση ότι είμαστε χρήσιμοι. Οι άνθρωποι βιώνουν πολλά διαφορετικά συναισθήματα όταν μένουν χωρίς δουλειά, ανάλογα με τον  τρόπο που έχασαν τη δουλειά τους, το χρόνο της ανεργίας, τις μελλοντικές εργασιακές πιθανότητες, την οικονομική τους κατάσταση κ.ά. Θυμός, ανησυχία, λύπη, άγχος, πίεση, φόβος, απογοήτευση, απάθεια είναι μερικά από τα συναισθήματα που κατακλύζουν τον άνεργο και ενισχύονται όσο μεγαλύτερο γίνεται το χρονικό διάστημα της ανεργίας του. Είναι τόσο έντονη η εσωτερική αναστάτωση που μπορεί να προκαλέσει η μακροχρόνια ανεργία ώστε οι ίδιοι οι άνεργοι συχνά αναφέρουν ότι αισθάνονται σαν να  «χάνουν» τον εαυτό τους και τα ταλέντα τους.  Η αυτοεκτίμησή τους κλονίζεται και αναρωτιούνται αν φταίνε οι ίδιοι, κάνοντας σκέψεις όπως «δεν είμαι αρκετά καλός», «κανείς δεν θα με προσλάβει» κ.ά. Σε αυτά μπορεί να προστεθεί το οικονομικό αδιέξοδο το οποίο αποτρέπει την αυτονομία των ανέργων και μπορεί να προκαλέσει φθορά στις διαπροσωπικές τους σχέσεις.  
Τίθεται λοιπόν το ερώτημα: Πώς μπορεί ο άνεργος να διαχειριστεί το διάστημα της ανεργίας ώστε να διατηρήσει τις ελπίδες και τον προσωπικό του έλεγχο για όσο χρόνο δεν έχει δουλειά; Βασική προϋπόθεση είναι να οπλιστεί με υπομονή και επιμονή. Eίναι σημαντικό να έχει ένα σταθερό πρόγραμμα στην καθημερινότητά του (π.χ. τακτικές ώρες ύπνου, καθημερινή αναζήτηση αγγελιών στο διαδίκτυο, άλλες δραστηριότητες), καθώς η ρουτίνα βοηθάει στην καταπολέμηση των συναισθημάτων θλίψης που μπορεί να βιώνει και την αποτελεσματικότερη οργάνωση του χρόνου του. Καλό είναι να μην αφιερώνει όλη την ημέρα στην αναζήτηση της εργασίας, διότι αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα να τον αποδυναμώσει.  Ο καθορισμός μικρών και εφικτών στόχων μέσα από ένα δομημένο πλάνο κινήσεων που θα προγραμματίσει να κάνει είναι δυνατόν να ενισχύσει την αισιοδοξία και τη θετική του στάση.  
Επίσης, οι ασχολίες του ελεύθερου χρόνου, η σωματική άσκηση, ο εθελοντισμός και οι «εργασίες επιβίωσης» ανακουφίζουν το αίσθημα μελαγχολίας και κρατούν τους ανθρώπους ενεργούς, δίνοντάς τους ταυτόχρονα σημαντικές ευκαιρίες διασυνδέσεων. Η περίοδος της ανεργίας μπορεί να εξελιχθεί σε σημαντική ευκαιρία για περαιτέρω εκπαίδευση και επιμόρφωση του ατόμου, προσφέροντάς του επιπλέον εφόδια και τη δυνατότητα για ενεργοποίηση και δικτύωση. Μπορεί κανείς να βρει ασχολίες που παρέχονται δωρεάν ή με ελάχιστο κόστος (π.χ. ΚΔΒΜ, πολιτιστικοί σύλλογοι κ.ά.) και να ξεκινήσει δραστηριότητες για όσα πάντα ήθελε να κάνει αλλά ποτέ δεν είχε το χρόνο. Τέλος, το διάστημα της ανεργίας μπορεί να βοηθήσει τον άνεργο να ανακαλύψει σημαντικές πτυχές του εαυτού του και να επανεκτιμήσει τις δεξιότητες και τα ενδιαφέροντά του. Η Επαγγελματική Συμβουλευτική έχει αποδειχθεί σημαντικός αρωγός για τον προσδιορισμό ξεκάθαρων στόχων του ανέργου και τη συναισθηματική του αποφόρτιση. Ο άνεργος παραμένει ένα άτομο με ταλέντα και θα μπορεί να σκέφτεται αισιόδοξα όσο δεν αφήνει την εργασία να του υποδηλώνει τι αξίζει.
Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα της Edujob http://edujob.gr/psychologia/pws-na-einai-aisiodoksos-enas-anergos

Τα Ψυχολογικά Σκαμπανεβάσματα της Ανεργίας

Σοκ! Ανακούφιση! Λύπη! Ενθουσιασμός! Απογοήτευση! Έλλειψη ενέργειας! Απελπισία! Αποφασιστικότητα! Οι άνθρωποι νιώθουν πολλά διαφορετικά συναισθήματα όταν μένουν χωρίς δουλειά. Τα συναισθήματα αυτά μπορεί να διαφέρουν από άτομο σε άτομο, ανάλογα με τον τρόπο που έχει χάσει τη δουλειά του, το διάστημα της ανεργίας, την οικονομική κατάσταση που αντιμετωπίζει κλπ. Στην πλειοψηφία τους όμως, οι άνεργοι βρίσκονται σε ένα κυκεώνα συναισθημάτων με πολλά σκαμπανεβάσματα που δεν τους αφήνει να ισορροπήσουν και να νιώσουν δυνατοί να ανταπεξέλθουν.   
Ξεκινώντας με το κομμάτι της απώλειας της εργασίας και τα συναισθήματα που το συνοδεύουν, είναι γεγονός ότι τα άτομα που χάνουν σήμερα τη δουλειά τους συχνά τη χάνουν χωρίς να φταίνε οι ίδιοι αλλά κατά κάποιο τρόπο είναι θύματα τεχνολογικών αλλαγών και δύσκολων οικονομικών καταστάσεων. Παρόλα αυτά, πολλοί κατηγορούν τους εαυτούς τους και αναρωτιούνται «Γιατί εμένα; Τι έκανα λάθος;». Η απώλεια εργασίας αφήνει βαθιά πληγή, ειδικά αν κάποιος εργαζόταν σε κάτι που του άρεσε και για αρκετό διάστημα. Τα αρνητικά συναισθήματα που έρχονται πρώτα συνήθως διαδέχεται μία περίοδος αποδοχής και αποφασιστικότητας για ενασχόληση με τη διαδικασία της αναζήτησης εργασίας. Αυτά τα δύο βήματα είναι παρόμοια με τα συναισθήματα που νιώθουμε όταν χάνουμε κάποιο σημαντικό πρόσωπο στη ζωή μας (π.χ. ένα αγαπημένο μας πρόσωπο ή κάτι που μας ήταν πολύ αγαπητό). «Όταν έφυγα τελικά, ένιωσα καλά, ελεύθερος…Ήμουν αρκετά ενθουσιασμένος επειδή έφυγα».  Μερικές φορές όταν τα άτομα έχουν λάβει προειδοποίηση πριν φύγουν, οι αρνητικές συναισθηματικές αντιδράσεις βιώνονται όσο ακόμα εργάζονται. Έτσι, όταν τελειώνει πραγματικά η δουλειά τους, αρχικά υπάρχει μία αίσθηση ανακούφισης περισσότερο παρά ανησυχία για την ανεργία.
Πολλοί νέοι περιμένουν ότι θα υπάρχει δουλειά γι’αυτούς αμέσως μετά τις σπουδές. Όταν βρίσκουν λίγες ή καθόλου εργασιακές προοπτικές, το αποτέλεσμα είναι συναισθήματα πικρίας και απογοήτευσης. Επίσης νιώθουν ότι θα μπορούσαν και να μην προσπαθούν να βρουν δουλειά αφού δεν φαίνεται να υπάρχει κάτι εκεί έξω γι’αυτούς έτσι κι αλλιώς. Νιώθουν μόνοι, απογοητευμένοι και σχεδόν θυμωμένοι με τον κόσμο.
Και αφού περιγράψαμε  τα συναισθήματα της απώλειας της εργασίας, ας δούμε τι γίνεται στο στάδιο της αναζήτησης μίας νέας δουλειάς. Μερικοί λένε ότι «η αναζήτηση εργασίας είναι δουλειά». Αν ισχύει αυτό, τότε πρέπει να είναι από τις πιο δύσκολες δουλειές που υπάρχουν. Τα συναισθήματα αυτής της περιόδου αντανακλούν τις γρήγορες αλλαγές που βιώνουν τα άτομα καθώς τον ενθουσιασμό μίας νέας δουλειάς διαδέχεται η αποθάρρυνση όταν δεν τα καταφέρνουν. Κατά τη διάρκεια της αναζήτησης, η αλλαγή διαθέσεων μας κάνει να νιώθουμε ότι χάνουμε τον έλεγχο των συναισθημάτων και των σκέψεών μας. Μπορεί να βάζουμε ξαφνικά τα κλάματα ή να αισθανόμαστε άσχημα για τον εαυτό μας. Αποτέλεσμα της μακρόχρονης ανεργίας μπορεί να είναι συναισθήματα μοναξιάς, απελπισίας και αποθάρρυνσης. Οι άνθρωποι αρχίζουν να χάνουν την αυτοπεποίθηση τους και αναρωτιούνται αν κάτι δεν πάει καλά με τους ίδιους.  
Όλα αυτά τα συναισθηματικά σκαμπανεβάσματα είναι αναμενόμενα αν αναλογιστεί κανείς τις βασικές ανάγκες που καλύπτει η εργασία:
  • Χρήματα. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς τα συναισθήματα φόβου και απογοήτευσης που εμφανίζονται ως αποτέλεσμα της έλλειψης χρημάτων. Μέσω της δουλειάς εξασφαλίζουμε το φαγητό, το ρουχισμό, τη μεταφορά, τη στέγη μας κ.ά. Τα χρήματα μας παρέχουν μία αίσθηση ότι έχουμε τον έλεγχο της ζωής μας.
  • Κόσμος. Η δουλειά δίνει την αίσθηση ότι ανήκουμε κάπου. Χωρίς αυτήν νιώθουμε μόνοι, άδειοι, απόμακροι. Για να γεμίσουμε αυτό το κενό θα χρειαστεί να στραφούμε περισσότερο στην οικογένεια και τους φίλους. Ωστόσο αυτό δεν είναι εύκολο πάντοτε καθώς η ανεργία μπορεί να επηρεάσει αυτές τις σχέσεις.
  • Σκοπός. Η εργασία δίνει στους ανθρώπους την αίσθηση ότι αξίζουν. Υπάρχει ένας σκοπός στη ζωή και μία αίσθηση ότι είναι χρήσιμοι.
  • Ρουτίνα. Η εργασία παρέχει μία δομή και μία τάξη στη ζωή. Μας δίνει μία καθημερινή ρουτίνα. Όταν είμαστε άνεργοι, νιώθουμε χαμένοι και αποδιοργανωμένοι σαν να έχουμε χάσει την άγκυρά μας.
Η ανεργία πραγματικά δημιουργεί μία αίσθηση συναισθηματικού σκαμπανεβάσματος, αλλά μπορούμε να αντισταθούμε και να έχουμε τον έλεγχο, βρίσκοντας το ρυθμό μας και κάνοντας πράγματα που θα μας κάνουν να νιώθουμε χρήσιμοι. Για να το πετύχουμε αυτό θα χρειαστεί αρχικά να καταλάβουμε και να δεχτούμε τον τρόπο με τον οποίο το άγχος της ανεργίας επηρεάζει εμάς και τις σχέσεις μας με τους άλλους. Η επικοινωνία και το μοίρασμα των συναισθημάτων μας με την οικογένεια και τους φίλους μπορεί να μας προσφέρουν ανακούφιση και αισιοδοξία. Επίσης, η επαφή μας με άλλους ανέργους μας δίνει τη δυνατότητα να μιλήσουμε με κάποιον που μπορεί να μας καταλάβει γιατί το έχει περάσει και ο ίδιος και μας προσφέρει πολύτιμη υποστήριξη.
Αν μέχρι τώρα αφήναμε την εργασία μας να μας λέει τι αξίζουμε, ήρθε η στιγμή να υπενθυμίσουμε στον εαυτό μας ότι παραμένουμε αξιόλογοι ακόμα και αν  δεν έχουμε δουλειά και να ασχοληθούμε με δραστηριότητες που μας αρέσουν και μας βοηθούν να νιώθουμε καλά.  Σίγουρα οι δύσκολες στιγμές της ανεργίας είναι πολλές ωστόσο μέσα από αυτά τα «πάνω» και τα «κάτω» αποκτούμε εμπειρία και αυτοπεποίθηση ότι θα καταφέρουμε να τις χειριστούμε και να βγούμε από την ανεργία πιο έτοιμοι και αποφασισμένοι να αδράξουμε τις ευκαιρίες που μας ταιριάζουν.

Το άρθρο δημιοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα http://www.chiospress.gr 08/11/2013

Η Γενιά του Εγώ!

Η Γενιά του Εγώ


Οταν ήταν παιδιά τους έλεγαν ότι είναι οι καλύτεροι. Σήμερα παίρνουν αντικαταθλιπτικά γιατί αισθάνονται ότι δεν ανταποκρίνονται στην εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους. Ποιoς φταίει;
Ο εγωκεντρισμός και οι υπερβολικά υψηλές προσδοκίες που χαρακτηρίζουν τη Γενιά του Εγώ ίσως έχουν σημαντικό μερίδιο ευθύνης για τις δυσκολίες που συναντούν οι σημερινοί νέοι στις σχέσεις τους.


Εδώ και μερικές δεκαετίες τα παιδιά του δυτικού κόσμου μεγαλώνουν με κανακέματα και επαίνους και διαρκείς τονωτικές ενέσεις του Εγώ τους σε μια καλών προθέσεων προσπάθεια ενίσχυσης της αυτοεκτίμησής τους. Πού οδήγησε αυτό; Στην εμφάνιση μιας γενιάς που αν και επισήμως ονομάζεται Γενιά Υ (ως διάδοχος της Γενιάς Χ), τώρα διεκδικεί τον καθόλου κολακευτικό τίτλο της «Γενιάς του Εγώ». Οι εκπρόσωποί της εμφανίζονται εγωκεντρικοί και νάρκισσοι, έχουν υπερτιμημένη άποψη για τον εαυτό τους και διακατέχονται από υπερβολικά υψηλές και έξω από τις δυνατότητές τους προσδοκίες, με αποτέλεσμα να «λυγίζουν» ευκολότερα κάτω από τις δυσκολίες της πραγματικής ζωής και να ρέπουν περισσότερο προς την κατάθλιψη. Το να σπεύσουμε να τους κατηγορήσουμε είναι εύκολο. Είναι όμως πολύ πιο εποικοδομητικό να κάνουμε μια γερή κριτική και να αναθεωρήσουμε τον τρόπο που έχουμε υιοθετήσει ως «καλύτερο» για την ανατροφή των παιδιών μας. Οι ειδικοί έχουν ήδη μπει στη διαδικασία και οι προτάσεις τους είναι πραγματικά ενδιαφέρουσες.

«Τ
ους νέους σήμερα συνεχίζουν να τους παραχαϊδεύουν για πολύ καιρό, ενώ θα έπρεπε πολύ νωρίτερα να έχουν αρχίσει να μαθαίνουν ότι δεν είναι τέλειοι». Αυτό ήταν το συμπέρασμα του HS, ενός μπλόγκερ που σχολίαζε ένα άρθρο των «New York Times» το οποίο οίκτιρε την κατάσταση της σημερινής νεολαίας. Το πρόβλημα με τα παιδιά, συνέχιζε, είναι ότι έχουν μια «παραφουσκωμένη» άποψη για τον εαυτό τους επειδή έχουν μεγαλώσει έτσι ώστε να πιστεύουν πως καθετί που κάνουν είναι αξιόλογο και σημαντικό. Δεν επρόκειτο για κάποιον γερογκρινιάρη αλλά για έναν νεαρό που έγραφε για την ίδια του τη γενιά, εκείνους που γεννήθηκαν ανάμεσα στο 1980 και στο 2000 και έχουν ονομαστεί Γενιά Υ ή Γενιά του Εγώ.
Οπως καταλαβαίνει κανείς από το όνομά της, η Γενιά του Εγώ έχει προσελκύσει ήδη τα πυρά. Οι εκπρόσωποί της κατηγορούνται ότι είναι κακομαθημένοι, αλαζονικοί και νάρκισσοι, ότι έχουν μια αδικαιολόγητη αίσθηση πως δικαιωματικά όλα τους ανήκουν. Οι καθηγητές παραπονούνται ότι οι σημερινοί φοιτητές απαιτούν μόνιμη προσοχή. Οι εργοδότες δυσκολεύονται να καταπιούν τα υπερδιογκωμένα εγώ των νεαρών υπαλλήλων τους, ενώ οι ψυχοθεραπευτές λένε ότι βλέπουν μια νέα γενιά ασθενών οι οποίοι έχουν κατάθλιψη επειδή δεν μπορούν να φθάσουν στο ύψος των υπερβολικών προσδοκιών τους. Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι το φταίξιμο βρίσκεται στους γονείς, στους δασκάλους και στους άλλους ενηλίκους οι οποίοι υπερέβαλαν στο να μεγεθύνουν την άποψη που έχουν τα παιδιά για τον εαυτό τους από τα πρώτα τους χρόνια.
Οι κατηγορίες αυτές δεν βαρύνουν μόνο τη Γενιά Υ αλλά και μια ολόκληρη φιλοσοφία για την ανατροφή των παιδιών, η οποία ξεκίνησε τη δεκαετία του 1980 και εξακολουθεί να ισχύει ακόμη. Αν είναι βάσιμες, θα πρέπει να αναθεωρήσουμε την άποψη ότι η ενίσχυση της αυτοεκτίμησης των παιδιών είναι ο καλύτερος τρόπος για να εξασφαλίσουμε το ότι θα εκμεταλλευθούν στο έπακρο τις δυνατότητές τους. Τι λένε λοιπόν τα στοιχεία; Είναι η σημερινή νεολαία πραγματικά πιο εγωιστική από τις παλαιότερες γενιές; Αν είναι έτσι, αποτελεί αυτό πρόβλημα; Και αν η σύγχρονη δυτική κουλτούρα της οικοδόμησης αυτοεκτίμησης είναι ένοχη, τι μπορούμε να κάνουμε γι' αυτό;

Παραφουσκωμένο Εγώ
Ενας από τους πλέον ένθερμους επικριτές της σημερινής νεολαίας είναι η Τζιν Τουένγκι, ψυχολόγος στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Σαν Ντιέγκο της Καλιφόρνιας και συγγραφέας τού «Generation Me». Για να βρούμε αποδεικτικά στοιχεία υπέρ του υπερδιογκωμένου Εγώ της Γενιάς Υ αρκεί, όπως λέει, να κοιτάξουμε την ετήσια μελέτη των αμερικανών πρωτοετών φοιτητών που περιλαμβάνει 9 εκατ. φοιτητές κολεγίου. Αποκαλύπτει ότι το 52% των συμμετεχόντων του 2009 θεωρούσε πως είχε επίπεδα κοινωνικής αυτοπεποίθησης υψηλότερα από εκείνα του μέσου γενικού πληθυσμού σε σχέση με το 30% των φοιτητών που δήλωνε το ίδιο στη μελέτη του 1966. Οι σημερινοί φοιτητές επίσης αξιολογούν τη νοητική τους αυτοπεποίθηση, τις δεξιότητές τους στο να μιλούν δημόσια καθώς και τις ηγετικές τους ικανότητες περίπου κατά 50% υψηλότερα από ό,τι οι ομόλογοί τους του 1966.
Η υπερβολική σημασία της αυτοεκτίμησης για τη Γενιά Υ σκιαγραφήθηκε σε ένα πείραμα το 2010. Μια ομάδα με επικεφαλής τον Μπραντ Μπούσμαν του Πολιτειακού Πανεπιστημίου του Οχάιο στο Κολόμπους διαπίστωσε ότι οι φοιτητές έδιναν στην ενίσχυση της αυτοεκτίμησής τους - π.χ., το να πάρουν μεγαλύτερο βαθμό ή να δεχθούν μια φιλοφρόνηση - μεγαλύτερη αξία από ό,τι στις ανταμοιβές που κινητοποιούν την ανθρωπότητα από τις απαρχές της ύπαρξής της, όπως το να φάει κάποιος το αγαπημένο του φαγητό ή το να επιδοθεί σε σεξουαλική δραστηριότητα. Οι φοιτητές επίσης αξιολογούσαν αυτή την επιβράβευση υψηλότερα από το να κερδίσουν χρήματα, να πιουν αλκοόλ ή να δουν τον καλύτερό τους φίλο. Διερευνώντας περισσότερο οι επιστήμονες ζήτησαν από τους φοιτητές να αξιολογήσουν το πόσο ήθελαν καθεμιά από αυτές τις ανταμοιβές καθώς και την ευχαρίστηση που λάμβαναν από αυτές. Το να θέλει κάποιος κάτι περισσότερο από ό,τι του αρέσει θεωρείται ένδειξη εθισμού. Σε όλες τις περιπτώσεις η ανταμοιβή «τούς άρεσε» περισσότερο από ό,τι «την ήθελαν», αλλά η διαφορά ανάμεσα στα δύο ήταν μικρότερη σε ανταμοιβές που πρόσφεραν ενίσχυση της αυτοπεποίθησης.

Γεγονός ή προκατάληψη;
Η εικόνα δεν είναι ωστόσο τόσο απλή. Ο Μαρκ Λίρι, κοινωνικός ψυχολόγος στο Πανεπιστήμιο Ντιουκ του Ντάραμ της Βόρειας Καρολίνας, προειδοποιεί ότι τα ανώτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα δεν είναι τόσο ελιτίστικα όσο ήταν τη δεκαετία του 1960 και άρα το δημογραφικό προφίλ των φοιτητών έχει αλλάξει καθιστώντας τις παλαιότερες και τις σημερινές ομάδες φοιτητών μη απόλυτα συγκρίσιμες. «Δεν γνωρίζουμε αν αυτή είναι μια πραγματική αλλαγή ή αν έχει να κάνει με μια αλλαγή των ανθρώπων που εξετάζονται» λέει.
Πράγματι, η Κάλι Τρεζνιέφσκι του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στο Ντέιβις ανέλυσε μια μελέτη 400.000 μαθητών γυμνασίου που διεξάγεται τα τελευταία 30 χρόνια, από το 1976, και δεν βρήκε στοιχεία για αύξηση του εγωισμού σε αυτή την ελαφρώς νεαρότερη ομάδα. «Οι βαθμολογίες στην αυτοεκτίμησση δεν έχουν αλλάξει καθόλου» λέει. Υποπτεύεται ότι ορισμένοι ψυχολόγοι, κυρίως μιας μεγαλύτερης ηλικίας, διακατέχονται από μια πανάρχαια προκατάληψη. «Επικρίνουμε την επόμενη γενιά. Αυτό ακριβώς κάνουμε» τονίζει. Είναι πιθανόν, υποστηρίζει, όλοι και όχι μόνο η Γενιά Υ, να έχουμε σταδιακά γίνει πιο εγωκεντρικοί - καθώς όμως τα στοιχεία είναι περιορισμένα στις άλλες ηλικιακές ομάδες, είναι δύσκολο να εξετάσει αυτή την ιδέα της.

Η «Γενναιόδωρη Γενιά»;
Ακόμη πιο επιφυλακτικός είναι ο Τζέφρι Αρνέτ, ψυχολόγος ο οποίος μελετά την εφηβεία στο Πανεπιστήμιο Κλαρκ της Μασαχουσέτης. Επισημαίνει ότι σήμερα οι νέοι προσφέρουν εθελοντική δουλειά σε φιλανθρωπικά έργα σε μεγαλύτερους αριθμούς από ποτέ και ότι ενδιαφέρονται περισσότερο για τις κοινωνικές ανισότητες από ό,τι ενδιαφέρονταν οι γονείς τους. Φθάνει μάλιστα ως το σημείο να ονομάζει τη Γενιά Υ «Γενναιόδωρη Γενιά».
Παρ' όλα αυτά, οι περισσότεροι ερευνητές αναγνωρίζουν ότι έχει σημειωθεί μια πραγματική αύξηση της αυτοεκτίμησης - τουλάχιστον στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου το φαινόμενο έχει μελετηθεί περισσότερο. Το ερώτημα του αν αυτό αποτελεί πρόβλημα παραμένει ανοιχτό. Οταν ο αμερικανός ψυχολόγος Γουίλιαμ Τζέιμς επινόησε τον όρο «αυτοεκτίμηση» τη δεκαετία του 1890, τον είχε προσδιορίσει ως τον λόγο των επιτυχιών ενός ατόμου προς τις «φιλοδοξίες» ή τους στόχους του. Με άλλα λόγια, η αυτοεκτίμηση είναι ένα υποκειμενικό μέτρο της αξίας του καθενός που αυξάνεται καθώς επιτυγχάνει τους στόχους του. Αυτό ταιριάζει με τον ορισμό που δίνει το λεξικό: «Ο σεβασμός ή η ευνοϊκή άποψη κάποιου για τον εαυτό του». Τι το κακό μπορεί να υπάρχει σε αυτό;

Ματαιοδοξία και ναρκισσισμός
Στις ημέρες μας, παρ' όλα αυτά, η αυτοεκτίμηση έχει αποκτήσει ένα δεύτερο νόημα: «Μια αδικαιολόγητα καλή γνώμη κάποιου για τον εαυτό του, ματαιοδοξία». Αυτός είναι ο ορισμός που ταιριάζει καλύτερα στη Γενιά Υ, σύμφωνα με την κυρία Τουένγκι. Και αυτή είναι η πηγή του προβλήματος. Κατ' αρχάς, τα παραφουσκωμένα εγώ δημιουργούν σε πολλά νεαρά άτομα μη ρεαλιστικές προσδοκίες και η ανικανότητά τους να τις εκπληρώσουν μπορεί να οδηγήσει σε κατάθλιψη. Δεν είναι σύμπτωση, λέει, ότι το αμερικανικό Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Ασθενειών στην Ατλάντα της Τζόρτζια ανέφερε τον περασμένο Οκτώβριο πως ένας στους εννέα Αμερικανούς άνω των 12 ετών παίρνει αυτή τη στιγμή αντικαταθλιπτικά - αριθμός τετραπλάσιος από το αντίστοιχο ποσοστό στα τέλη της δεκαετίας του 1980.
Η κυρία Τουένγκι βλέπει ένα άλλο δείγμα επικίνδυνα διογκωμένης αυτοεκτίμησης στα αυξανόμενα επίπεδα του ναρκισσισμού. Διαπίστωσε ότι διπλάσιοι φοιτητές είχαν υψηλά επίπεδα ναρκισσισμού το 2006 σε σχέση με τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Οι νάρκισσοι τείνουν να μην ανέχονται την κριτική και έχουν ροπή προς την εξαπάτηση και την επιθετικότητα. «Αυτοί είναι οι άνθρωποι που έρχονται στο γραφείο σου και κάνουν ολόκληρο καβγά για έναν βαθμό» λέει. Επίσης ανησυχούν περισσότερο για την εξωτερική τους εμφάνιση και, όπως τονίζει, οι Αμερικανοί καταφεύγουν στην πλαστική χειρουργική σε μεγαλύτερους αριθμούς από ποτέ. Στο τελευταίο της βιβλίο, «The Narcissism Epidemic», το οποίο έχει γράψει μαζί με τον Γ. Κιθ Κάμπελ (Free Press, 2009), αφηγείται ανέκδοτα για ανθρώπους που προσέλαβαν δήθεν παπαράτσι για να δημιουργήσουν την εντύπωση ότι είναι διάσημοι ή αγόρασαν τεράστια σπίτια με δάνεια ως απόδειξη του αμερικανικού παραφουσκωμένου εγώ.

Εγώ και στη... μουσική
«Το έχουμε παρακάνει με τον ατομισμό» λέει η κυρία Τουένγκι και αυτό αντανακλάται και στην ποπ κουλτούρα. Μαζί με τον ψυχολόγο Νέιθαν Ντε Βαλ και άλλους ερευνητές κατέγραψαν μια αύξηση της χρήσης της λέξης «εγώ» στους στίχους των αμερικανικών ποπ επιτυχιών από το 1980 ως το 2007. Ταυτοχρόνως η συχνότητα λέξεων που σχετίζονται με άλλους ανθρώπους, με την κοινωνική αλληλεπίδραση και τα θετικά συναισθήματα έχει μειωθεί. Η κυρία Τουένγκι θεωρεί υπεύθυνους τέσσερις παράγοντες: τις αλλαγές στη συμπεριφορά των γονέων, τη λατρεία της διασημότητας, το Διαδίκτυο και τον εύκολο δανεισμό. «Ολοι αυτοί οι παράγοντες επιτρέπουν στους ανθρώπους να έχουν μια διογκωμένη αίσθηση του εαυτού τους, στην οποία το φαίνεσθαι της επίδοσης είναι πιο σημαντικό από αυτή καθαυτή την επίδοση» λέει.
Αλλοι κατηγορούν το κίνημα της αυτοεκτίμησης που ξεκίνησε στην Καλιφόρνια τη δεκαετία του 1980. Δυστυχώς, λέει ο κ. Λίρι, το κίνημα γεννήθηκε από μια παρανόηση. Μελέτες είχαν δείξει έναν συσχετισμό ανάμεσα στην υψηλή αυτοεκτίμηση και στις θετικές εξελίξεις στη ζωή. «Ο κόσμος βιάστηκε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η αυτοεκτίμηση ήταν η αιτία αυτών των άλλων πραγμάτων αλλά δεν είναι» λέει. Υστερα από τρεις δεκαετίες και πολλά προγράμματα ενίσχυσης της αυτοεκτίμησης επικρατεί η άποψη ότι ο καλύτερος τρόπος να αναθρέψει κάποιος τα παιδιά του είναι να οικοδομήσει την αυτοεκτίμησή τους μέσα από συνεχείς επαίνους και θετικές αναδράσεις. Τα στοιχεία είναι όμως είναι ασαφή, στην καλύτερη περίπτωση.

Μειωμένη αντοχή στις δυσκολίες
Το 2003 μια ομάδα με επικεφαλής τον Ρόι Μπαουμάιστερ του Πολιτειακού Πανεπιστημίου της Φλόριδας στο Ταλαχάσι διεξήγαγε μια μετα-ανάλυση των προηγούμενων ερευνών. Η εικόνα που αναδείχθηκε ήταν σύνθετη. Διαπίστωσαν ότι η υψηλή αυτοεκτίμηση σχετιζόταν γενικά με πιο χαρούμενη διάθεση και ανάληψη πρωτοβουλίας, ενώ η χαμηλή αυτοεκτίμηση συνδεόταν με κατάθλιψη. Παρ' όλα αυτά, αντίθετα με το αναμενόμενο, τα άτομα με υψηλή αυτοεκτίμηση καταθλίβονταν περισσότερο σε στιγμές στρες, ενώ εκείνα που είχαν χαμηλή αυτοεκτίμηση έδειχναν μεγαλύτερη αντοχή όταν έρχονταν αντιμέτωπα με τα σκαμπανεβάσματα της ζωής. Φάνηκε επίσης ότι η προσπάθεια ενίσχυσης της αυτοεκτίμησης των μαθητών δεν βελτίωνε τις επιδόσεις τους στα μαθήματα και μπορούσε μερικές φορές να είναι αντιπαραγωγική. Η υψηλή αυτοεκτίμηση φάνηκε να προστατεύει τα κορίτσια από τα νταηλίκια, δεν εμπόδιζε όμως τα παιδιά να καπνίσουν, να πιουν, να πάρουν ναρκωτικά ή να κάνουν σεξ - αντιθέτως, τα ωθούσε στο να δοκιμάσουν αυτά τα πράγματα. Οι καλές επιδόσεις στην εργασία σχετίζονταν μερικές φορές με την υψηλή αυτοεκτίμηση, ο συσχετισμός όμως ήταν ευμετάβλητος και η σχέση της αιτιότητας ασαφής. Η αυτοεκτίμηση δεν μπορούσε να προβλέψει ούτε την ποιότητα ούτε τη διάρκεια των σχέσεων. Η γενική εικόνα ήταν τόσο συγκεχυμένη ώστε ο κ. Μπαουμάιστερ και η ομάδα του θεώρησαν ότι δεν μπορούν να εγκρίνουν προγράμματα για την ενίσχυση της αυτοεκτίμησης.
Σήμερα οι ψυχολόγοι συμφωνούν στο ότι η υψηλή αυτοεκτίμηση αποτελεί συχνότερα τη συνέπεια θετικών γεγονότων στη ζωή παρά την αιτία τους - ένα μήνυμα το οποίο ακόμη δεν έχει περάσει σε γονείς και δασκάλους. Ο κ. Λίρι φθάνει ως το σημείο να διαβεβαιώνει ότι η αυτοεκτίμηση που ενισχύεται με τεχνητό τρόπο, χωρίς αναφορά σε επιτεύγματα, δεν έχει καμία εγγενή αξία. Εν τω μεταξύ ο εκπαιδευτικός ψυχολόγος Χέρμπερτ Μαρς του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης υποστηρίζει ότι θα πρέπει να σκεφτόμαστε την αυτοεκτίμηση ως ένα τμήμα της ευρύτερης έννοιας ενός πράγματος που ονομάζεται αυτοαντίληψη και το οποίο περιλαμβάνει επίσης τις απόψεις που έχει κάποιος για την εθνοτική και μορφωτική του ταυτότητα, καθώς και για το φύλο του. Πιστεύει ότι η καλή αυτοαντίληψη και η υψηλή εκπαιδευτική απόδοση αποτελούν την αιτία και το αποτέλεσμα η μια της άλλης. «Αυτό είναι που κάνει τόσο δύσκολη τη δουλειά των δασκάλων» λέει. «Δεν πρέπει μόνο να διδάξουν δεξιότητες, πρέπει επίσης να οικοδομήσουν την πίστη των παιδιών στον εαυτό τους και μετά να συνδέσουν αυτά τα δύο».

Πιο σημαντικός ο αυτοέλεγχος
Ο κ. Μπαουμάιστερ υποστηρίζει ότι, αντί να «χτίζουμε» το εγώ των παιδιών, θα πρέπει να οικοδομήσουμε τον αυτοέλεγχό τους. Στο καινούργιο βιβλίο του «Willpower: Rediscovering Our Greatest Strength» (Allen Lane, 2012) παρουσιάζει στοιχεία υπέρ του ότι η δύναμη της θέλησης και όχι η αυτοεκτίμηση είναι το απαραίτητο συστατικό για μια επιτυχημένη ζωή. Υποστηρίζει ότι τα παιδιά θα πρέπει να μάθουν να ελέγχουν τις παρορμήσεις τους και να επιμένουν σε δύσκολα έργα ώστε να μπορέσουν να επιτύχουν τους στόχους τους, κάτι το οποίο θα ενισχύσει με φυσικό τρόπο την αυτοεκτίμησή τους. Οι γονείς και οι δάσκαλοι μπορούν να βοηθήσουν στην ανάπτυξη της αυτοπειθαρχίας ενθαρρύνοντας τα παιδιά να αποκτήσουν καλές συνήθειες. Και αντί να τους παρέχουν διαρκή και επομένως ανούσιο έπαινο, θα πρέπει να ενθαρρύνουν τα πραγματικά επιτεύγματα. Αν η προσέγγιση του κ. Μπαουμάιστερ φαίνεται υπερβολικά αυστηρή, ο κ. Λίρι είναι πιο πραγματιστής. Το μήνυμα που θα πρέπει να στέλνουν οι γονείς στα παιδιά τους, λέει, είναι ότι τα αγαπούν ακόμη και αν δεν είναι τέλεια και ότι μπορούν να βελτιωθούν. «Δώστε τους ειλικρινή πληροφόρηση» επισημαίνει. «Και πάνω από όλα, μη λέτε στο παιδί σας ότι είναι το καλύτερο παιδί του κόσμου γιατί κανένα δεν είναι».

Στροφή προς τους άλλους
Η υπερβολική αυτοεκτίμηση μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα, το ίδιο όμως ισχύει και για τη χαμηλή αυτοεκτίμηση. Στην εφηβεία τα παιδιά γίνονται ευάλωτα καθώς ο «συμπαγής» εγωκεντρισμός που έχουν στα πρώτα τους χρόνια αρχίζει γρήγορα να αποκτά ρωγμές. Στα κορίτσια η πτώση της αυτοεκτίμησης είναι μεγαλύτερη από ό,τι στα αγόρια, και στα δυο φύλα όμως η αλλαγή είναι μόνιμη. Επίσης σε αυτές τις ηλικίες η αυτοεκτίμηση μπορεί να είναι υψηλή αλλά ταυτόχρονα ασταθής, να καταποντίζεται με την πρώτη κριτική.
Οι γονείς φυσικά θέλουν να προστατεύσουν το παιδί τους σε αυτή την κρίσιμη ηλικία, όμως το να το στολίζουν με αβάσιμους επαίνους δεν είναι η λύση. Μια καλύτερη τακτική είναι να ενθαρρύνουν τα παιδιά να σκέφτονται τους άλλους. Μια από τις πολλές μελέτες που δείχνουν προς αυτή την κατεύθυνση έγινε από την Τζένιφερ Κρόκερ και την Εϊμι Κανεβέλο του Πολιτειακού Πανεπιστημίου του Οχάιο στο Κολόμπους, σε περίπου 200 ζεύγη φοιτητών. Διαπίστωσαν ότι όσοι προσπάθησαν να ενισχύσουν την αυτοεκτίμησή τους βάζοντας τον ή την συγκάτοικό τους να τους αναγνωρίσει τα καλά σημεία τους απέτυχαν: τόσο η αυτοεκτίμηση των ίδιων όσο και η γνώμη των συγκατοίκων τους για εκείνους μειώθηκαν μέσα στους τρεις μήνες που διήρκεσε το πείραμα. «Εκείνο που πραγματικά λειτούργησε ήταν το να δείχνουν έμπρακτα ότι ενδιαφέρονται πραγματικά για τον συγκάτοικό τους» λέει η κυρία Κρόκερ.
 
Πηγή: Το Βήμα

Δεν έχεις δουλειά; Μπορείς να σκεφτείς θετικά!

Μετά από ένα διάστημα που βρίσκεστε χωρίς δουλειά, γίνεται πιο δύσκολο να νιώσετε ενθουσιασμό για το κυνήγι της δουλειάς, και να νιώσετε καλά με τον εαυτό σας. Ίσως αρχίσετε να μελαγχολείτε και να παραιτήστε. Μάλλον ανησυχείτε πολύ για το μέλλον σας. Παραθέτουμε μερικά βασικά σημεία που θα σας βοηθήσουν να σκεφθείτε θετικά.

Κάντε Ένα Διάλειμμα! Θέστε Στόχους Που να Μπορείτε να Καλύπτετε Κάθε Μέρα!

Απλά έπρεπε να μάθω να βρίσκω το ρυθμό μου. Έστελνα εκατοντάδες βιογραφικά. Όλο αυτό είχε αποτέλεσμα να λαμβάνω στοίβες με απορρίψεις. Δεν έβγαζε πουθενά.

Φυσικά, η εύρεση εργασίας είναι ο στόχος σας, αλλά θα πρέπει επίσης να έχετε κάποιους στόχους που ξέρετε ότι μπορείτε να επιτύχετε κάθε μέρα. Κάντε ένα διάλειμμα – βρείτε το ρυθμό σας. Για παράδειγμα, αντί να στέλνετε με το ταχυδρομείο εκατοντάδες βιογραφικά, ξεχωρίστε τις καλές προοπτικές και παραδώστε ιδιοχείρως συγκεκριμένο αριθμό βιογραφικών. Να έχετε στόχους που μπορείτε να καλύπτετε. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο βρίσκει κάποιος δουλειά. Προσπαθήστε να προγραμματίζετε κάτι κάθε μέρα που θα σας κάνει να νιώθετε όμορφα.

Δώστε Θετικά Μηνύματα στον Εαυτό Σας
Πρέπει να δεις τη θετική πλευρά, ξέρεις. Είναι εύκολο να βλέπεις την αρνητική και να λες, «Όλοι με λυπούνται.» Πρέπει κανείς να είναι πιο δυνατός, νομίζω, για να δει τη θετική πλευρά και να πει, «Λοιπόν, κάποια στιγμή θα έχω δουλειά. Δεν θα είμαι πάντα έτσι.»

Μετά από ένα μεγάλο χρονικό διάστημα ανεπιτυχούς αναζήτησης εργασίας ίσως αρχίσετε να λέτε στον εαυτό σας πράγματα όπως «Δεν είμαι καλός,» «Δεν μπορώ να κάνω τίποτα,» «Κανείς δεν θα με προσλάβει.» Αυτό που το κάνει χειρότερο είναι ότι αυτή η αρνητική στάση μπορεί να μεταδοθεί στους εργοδότες και να αποβεί εναντίον του να πάρετε τη δουλειά.

Ας υποθέσουμε ότι μόλις δώσατε μια συνέντευξη για δουλειά και δεν ήταν είχατε επιτυχία. Σας είπαν ότι δεν μπορούσαν να σας προσλάβουν την περίοδο αυτή λόγω απρόοπτων περικοπών. Τι λέτε στον εαυτό σας; Ένα αρνητικό μήνυμα θα ήταν, «Πάλι τα ίδια, δεν θα βρω ποτέ δουλειά. Συνέχεια αποτυγχάνω στις συνεντεύξεις.» Δεν χρειάζεται να γελιέστε ότι δεν είστε απογοητευμένοι, αλλά ένα πιο θετικό μήνυμα θα ήταν, «Είμαι πραγματικά απογοητευμένος που δεν πήρα τη δουλειά, την ήθελα πραγματικά. Έκανα το καλύτερο για να την πάρω. Υποθέτω ότι η εταιρία απλά δεν κάνει προσλήψεις αυτήν την περίοδο. Δεν φταίω εγώ γι’ αυτό. Ίσως θα είναι καλύτερα την επόμενη φορά.»

Υπενθυμίστε στον Εαυτό Σας Ότι Είστε Αξιόλογο Άτομο

Ένιωθα ότι ήμουν άχρηστος στην κοινωνία, άχρηστος προς τη γυναίκα μου και τον εαυτό μου. Αυτό έλεγα στον εαυτό μου. Τώρα συνειδητοποιώ ότι είμαι αξιόλογος. Ακόμη κι αν δεν έχω δουλειά, παραμένω άνθρωπος.

Μερικά άτομα ανέφεραν ότι είχαν βρει ένα νέο τρόπο να σκέφτονται την αξία τους. Όσο άφηναν την εργασία τους να τους λέει τι αξίζουν, συνεχώς βομβαρδίζονταν από μελαγχολικές σκέψεις, εξαιτίας της ανεργίας. Όταν αποφάσισαν ότι ήταν πολύτιμοι για τους ίδιους κέρδισαν τη μάχη!
Πηγή: DR. N. AMUNDSON & DR. W. BORGEN. Παίρνω τον Έλεγχο: Βρίσκω το δρόμο μου αντιμετωπίζοντας την ανεργία. Επιστημονική Επιμέλεια ελληνικής έκδοσης: ΕΚΕΠ, 2008.