Ας στρίψουμε το τιμόνι της σχέσης μας ……. προς την ευτυχία που αξίζουμε !



Ας στρίψουμε το τιμόνι της σχέσης μας ……. προς την ευτυχία που αξίζουμε !
γράφει η Ιωάννα Θεοδωρακοπούλου
 http://www.feelweeltoday.com

Ο τρόπος που μάθαμε να σχετιζόμαστε καθώς μεγαλώναμε έχει σημαντική επιρροή στα πάντα, από την επιλογή συντρόφου μέχρι το πόσο καλά προχωρούν οι σχέσεις μας, μέχρι και το πώς τελειώνουν. Γι` αυτό είναι πολύ βοηθητικό για εμάς να αναγνωρίσουμε τις συνήθειες που εδραιώσαμε, προκειμένου να μπορέσουμε να κατανοήσουμε τα δυνατά αλλά και τα ευάλωτα σημεία μας στις σχέσεις. Η συνήθεια σε συγκεκριμένο τρόπο εξέλιξης των σχέσεων εδραιώνεται στις πρώτες παιδικές σχέσεις και συνεχίζει να λειτουργεί σαν πρότυπο για τις σχέσεις μας ως ενήλικες πια.

Το αντίκτυπο είναι εμφανές στον τρόπο που διαχειριζόμαστε τις ανάγκες μας και πώς τις καλύπτουμε. Αν υπήρξαν ασφαλείς σχέσεις στην παιδική μας ηλικία, μεγαλώνουμε με αυτοπεποίθηση και δεν αντιμετωπίζουμε δυσκολίες στις σχέσεις μας με τους άλλους. Αν όμως μεγαλώσαμε σε σχέσεις όπου υπήρχε αίσθημα ανασφάλειας και αποφυγή, αυτό μας κάνει να επιλέγουμε συνήθως ανθρώπους που ταιριάζουν σε αυτό το «βλαβερό» μοντέλο σχέσεων, κι έτσι το πιο πιθανό είναι να κάνουμε επιλογές ανθρώπων οι οποίες δεν θα οδηγήσουν στην ευτυχία μας.

Ένα απτό παράδειγμα είναι ότι για να δεθεί με κάποιον και να μπορέσει να καλύψει τις ανάγκες του, θεωρεί προϋπόθεση το να είναι συνεχώς μαζί και να επιβεβαιώνεται σε κάθε κίνηση ή πρόταση. Για να μπορέσει να το καταφέρει (να το δει στην πραγματικότητα) επιλέγει ανθρώπους αποκομμένους από το κοινωνικό σύνολο οι οποίοι έχουν δυσκολία να συνδεθούν με τους άλλους. Συνήθως είναι απόμακρο καθώς η βασική του πεποίθηση είναι ότι ο μοναδικός τρόπος να καλύψεις τις ανάγκες σου είναι να φέρεσαι σαν να μην έχεις καμία ανάγκη. Γι` αυτό κι επιλέγει κτητικούς ή υπερβολικά απαιτητικούς ανθρώπους οι οποίοι και του δίνουν όλη τους την προσοχή.

Κατά μία έννοια λοιπόν, φτιάχνουμε την πραγματικότητά μας βρίσκοντας συντρόφους που επικυρώνουν τους τύπους δεσμών με τους οποίους μεγαλώσαμε. Αν μεγαλώσαμε σε σχέσεις ανασφάλειας, είναι πιθανό να προβάλουμε ή να αναζητούμε την επαλήθευση παρόμοιων σχέσεων και συνηθειών και ως ενήλικες, ακόμα κι αν αυτές οι συνήθειες μας πληγώνουν και δεν είναι προς όφελός μας.

Και φυσικά αυτό και μόνο είναι ο σημαντικότερος λόγος που θεωρώ απαραίτητο να διερωτηθούμε για τις σχέσεις που ζήσαμε στην αρχή της ζωής μας – με γονείς, αδέρφια, παιδικούς φίλους – ώστε να μπορέσουμε να προσδιορίσουμε τι αφομοιώσαμε σαν γεγονός στις σχέσεις και να καταλάβουμε εν συνεχεία πώς αυτό επηρεάζει τις ενήλικες σχέσεις μας.

Για να πάμε στην πιο ασφαλή σχέση, ένας ενήλικας που μεγάλωσε σε τέτοιες σχέσεις σίγουρα έχει τάση για πιο ικανοποιητικές σχέσεις. Ως παιδί αυτό που έβλεπε στους γονείς του ήταν μια γερή βάση ασφάλειας από την οποία μπορούσε να αναδυθεί και να ανακαλύψει τον κόσμο χτίζοντας βήμα βήμα την δική του ανεξαρτησία. Οι ερωτικές σχέσεις που δημιουργεί μοιάζουν με τις πρώτες του, αισθάνεται ασφάλεια και δέσιμο κι επιτρέπει στον εαυτό του και στον σύντροφο του να έχεις τις δικές του ελευθερίες χωρίς να φοβάται. Στηρίζει τον σύντροφό του στις δυσκολίες του και τον πλησιάζει όταν ο ίδιος έχει ανάγκη να ηρεμήσει και να νοιώσει καλύτερα στις δικές του δύσκολες στιγμές. Σχέσεις ειλικρίνειας, ανοιχτές και ισότιμες με δύο συντρόφους που έχουν την ελευθερία να κυνηγήσουν όσα αγαπούν, ενώ ταυτόχρονα έχουν μια γερή βάση αγάπης ο ένας για τον άλλον απ` όπου αναδύονται και οι δύο. Δεν υφίσταται η ψευδαίσθηση που δημιουργείται σε σχέσεις με βάση την ανασφάλεια, αυτήν δηλαδή της ψεύτικης αίσθησης ασφάλειας, γιατί ο δεσμός τους δεν είναι της φαντασίας τους, οι αληθινές πράξεις αγάπης δεν είναι μια από τις ρουτίνες που επικυρώνουν το επίπεδο ασφάλειας ενώ στην ουσία θα τους απομόνωνε συναισθηματικά μιας και το σημείο αναφορά θα ήταν η τήρηση των ρουτινών. Αντιθέτως λοιπόν, προσφέρουν στήριξη ο ένας στον άλλον όταν κάποιος απ` τους δύο περνάει δύσκολα και αναζητούν ανακούφιση ο ένας στον άλλον όταν αισθάνονται πίεση ή έχουν προβλήματα, είναι ειλικρινείς και ανεξάρτητοι ενώ το κύριο χαρακτηριστικό της σχέσης τους είναι η μεγάλη αγάπη τους.
Όσοι άνθρωποι έχουν μεγαλώσει σε σχέσεις αγωνίας, εύκολα νοιώθουν απεγνωσμένοι και δημιουργούν σχέσεις φαντασίας. Αντί να νοιώσουν την αληθινή αγάπη ή εμπιστοσύνη για τον σύντροφό τους, αισθάνονται συναισθηματική πείνα. Αυτό που ψάχνουν στον σύντροφό τους είναι τον σωτήρα τους ή αυτόν που θα τους ολοκληρώσει. Παρ` όλο που λένε ότι αναζητούν την ασφάλεια και την προστασία και το δείχνουν με την έντονη προσκόλληση σε αυτόν, φέρονται με τρόπο που συχνά διώχνει τον σύντροφό τους.

Νοιώθουν απόγνωση ή ανασφάλεια και η συμπεριφορά τους διογκώνει τους φόβους τους. Όταν αισθανθούν αβεβαιότητα για τα συναισθήματα του άλλου και μη-ασφαλείς, κολλάνε πάνω του, απαιτούν ή γίνονται πολύ κτητικοί. Ερμηνεύουν πράξεις ανεξαρτησίας ως ενδείξεις που ενισχύουν τους φόβους τους καθώς αν ο σύντροφός τους είναι περισσότερο με τους φίλους του, μπορεί να σκεφτούν δεν την αγαπάει πραγματικά κι ότι πρόκειται να την εγκαταλείψει οπότε είχε δίκιο που δεν τον εμπιστευόταν εξ` αρχής.

Όσοι μεγάλωσαν σε αποφευκτικές σχέσεις, η τάση τους είναι να αποστασιοποιούνται συναισθηματικά από τον σύντροφό τους, αναζητούν την απομόνωση και αισθάνονται μια ψευτο-ανεξαρτησία, αναλαμβάνοντας οι ίδιοι τον ρόλο του γονιού τους. Μοιάζουν πολύ εγωκεντρικοί και αφοσιωμένοι στις δικές τους βολές. Η ψευτο-ανεξαρτησία που ανέφερα είναι μια παραίσθηση, καθώς κάθε άνθρωπος έχει ανάγκη το δέσιμο με άλλους ανθρώπους. Καταλήγουν λοιπόν να ζουν μες στην εσωστρέφεια, αρνούμενοι τόσο την σημασία των αγαπημένων τους αλλά και αποκόπτοντας τον εαυτό τους εύκολα από αυτούς. Συχνά λειτουργούν με ψυχολογικές άμυνες και έχουν την ικανότητα να παγώνουν συναισθηματικά. Ακόμα και σε πολύ έντονες ή φορτισμένες καταστάσεις, μπορούν να κλείσουν τον διακόπτη των συναισθημάτων τους και να μην αντιδράσουν. Για παράδειγμα, αν ο σύντροφός τους είναι αγχωμένος και απειλεί ότι θα τους αφήσει, μπορεί να ανταποκριθούν με ένα «Δεν με νοιάζει».

Στην περίπτωση των ανθρώπων που έχουν μεγαλώσει σε φοβικές σχέσεις, ζουν με αμφιβολίες όπου απ` την μία φοβόνται να δεθούν κι απ` την άλλη τρέμουν στην απομάκρυνση από τους άλλους. Προσπαθούν να ελέγχουν τα συναισθήματά τους αλλά δεν μπορούν. Δεν μπορούν να αποφύγουν έτσι απλά το άγχος ή να ξεφύγουν από τα συναισθήματά τους. Αντίθετα είναι μπερδεμένοι από τις αντιδράσεις τους και συχνά βιώνουν συναισθηματικές καταιγίδες. Η διάθεσή τους είναι ευμετάβλητη, απρόβλεπτη και ανάμεικτη ακόμη και για τους ίδιους. Θεωρούν ότι οι σχέσεις υπάρχουν για να καλύπτεις τις ανάγκες σου αλλά σε περίπτωση που δεθείς αληθινά, οι πιθανότητες να πληγωθείς αυξάνουν σημαντικά. Με άλλα λόγια, το άτομο που θέλουν να πλησιάσουν για ασφάλεια είναι το ίδιο άτομο που φοβόνται να δεθούν. Το αποτέλεσμα, δεν έχουν ιδέα πώς θα μπορούσαν να καλύψουν τις ανάγκες τους. Σαν ενήλικες, βρίσκονται σε δραματικές σχέσεις με πολλά πάνω και κάτω. Συχνά έχουν φόβους ότι θα τους εγκαταλείψουν αλλά παλεύουν να δεθούν. Πλησιάζουν τον σύντροφό τους περισσότερο όταν νοιώθουν ότι τους απέρριψε, και μετά νοιώθουν παγιδευμένοι όταν έχουν έρθει πολύ κοντά. Συχνά, δεν υπάρχει συγχρονισμός μεταξύ του συντρόφου τους κι αυτών. Μπορεί να καταλήξει και σε σχέση βίας – κακοποίησης.

Βλέπετε λοιπόν την επιρροή του τρόπου που μάθαμε να ζούμε τις σχέσεις με τους άλλους ανθρώπους ως παιδιά. Όμως δεν είναι αναγκαστικό ότι θα αφήσουμε να ορίζει και τις σχέσεις μας με τους ανθρώπους που αγαπάμε στην ενήλικη ζωή μας. Έχοντας επίγνωση του πως μεγαλώσαμε, μπορούμε να ξεσκεπάσουμε άμυνες που κουβαλάμε στις στενές μας σχέσεις και συναισθήματα που μπλοκάρουμε ώστε να κινηθούμε σε κάτι πιο ασφαλές και μάλιστα κάτι που αξίζουμε γι` αυτό και θα το κερδίσουμε μακριά από αρνητικές επιρροές και όσο πιο κοντά στον άνθρωπο που αγαπάμε.

Έτσι θα απαλλαγούμε από άμυνες ανώφελες μην πω και καταστροφικές και θα εξελιχθούμε σε αυτή τη σχέση. Σίγουρα μπορεί να είναι πολύ βοηθητική και η συνεργασία με ειδικό για την αλλαγή των ανώφελων συνηθειών μας. Έχουμε ανάγκη μαζί με τον σύντροφό μας να αμφισβητήσουμε τις ανασφάλειες και τους φόβους μας που κουβαλάμε από τα πρώτα χρόνια στη ζωή και να καλλιεργήσουμε σχέσεις που θα μας βοηθήσουν να ζήσουμε αυτό που εμάς θα μας κάνει καλύτερους και ευτυχισμένους ολοκληρωτικά !

Δεν το αξίζετε …….. ;

“Θέλω τα παιδιά μου να…”

“Πριν παντρευτώ είχα έξι διαφορετικές θεωρίες για την ανατροφή των παιδιών. Σήμερα έχω έξι παιδιά και καμιά απολύτως θεωρία” – John Wilmot


Τι θέλουμε στ΄ αλήθεια για τα παιδιά μας; Να είναι υπάκουα και βολικά, καλοί μαθητές, πρόθυμα να ακολουθήσουν ό,τι τους προτείνουμε; Να γίνουν επιτυχημένoι ενήλικες με τους όρους της κοινωνίας  μας; Επιθυμούμε να τα δούμε να στέκουν στα πόδια τους και να χαράζουν το δικό τους δρόμο στη ζωή, όποιος κι αν είναι αυτός; 
Όπως και να΄χει, στο ερώτημα αυτό υπάρχουν δεκάδες διαφορετικές απαντήσεις. Ο σπουδαίος δάσκαλος, συγγραφέας και πατέρας οκτώ παιδιών – τα επτά με τη νυν σύζυγό του - Wayne W. Dyer, κατέγραψε και κατηγοριοποίησε τις απαντήσεις πολλών γονιών κάπως έτσι:

Θέλω
τα παιδιά μου να ζήσουν ευτυχισμένα, χωρίς απωθημένα.
Θέλω τα παιδιά μου να μάθουν να απολαμβάνουν τη ζωή και να χαίρονται κάθε μέρα σαν ένα θαύμα.
Θέλω να νιώθουν σημαντικοί και αξιόλογοι άνθρωποι, ανεξάρτητα από το τι κάνουν.
Θέλω να νιώθουν θετικά συναισθήματα για τον εαυτό τους και τη ζωή.
Θέλω να μεγαλώσουν, γνωρίζοντας  πώς να μην αφήνουν τις αναπόφευκτες αναποδιές της ζωής να τα καταστρέψουν.
Θέλω να αποφύγουν την κατάθλιψη και τη δυστυχία.
Θέλω να μη γίνουν μονομανή και νευρωτικά άτομα.

Φωτογραφία του Randell,flickr
Θέλω να αποκτήσουν  μια  ακλόνητη αίσθηση εσωτερικής γαλήνης  που θα  τα  στηρίζει στις δύσκολες στιγμές.
Θέλω τα παιδιά μου να εκτιμούν το «τώρα». Να χαίρονται  το ταξίδι της ζωής, χωρίς να εστιάζουν την προσοχή τους αποκλειστικά στον προορισμό του.
Θέλω τα παιδιά μου να γνωρίζουν ότι διαμορφώνουν τα ίδια τη ζωή τους και  ότι έχουν τη δύναμη να κάνουν επιλογές και να φέρουν αλλαγές.
Θέλω να είναι ευαίσθητα και υπεύθυνα, με σεβασμό στη φύση και στον άνθρωπο.
Θέλω να είναι πρόθυμα να  εξερευνήσουν το δυναμικό τους και να βιώσουν ικανοποίηση για τη ζωή και το σκοπό της ύπαρξής τους.
Θέλω να μάθουν να αγαπούν και να αγαπιούνται.
Θέλω να ανακαλύπτουν τις ευκαιρίες που κρύβονται μέσα στις αναπόφευκτες οδυνηρές εμπειρίες της ζωής.
Θέλω να έχουν καλές σχέσεις με την υγεία,  σωματική, πνευματική  και ψυχική.

Πηγή: Wayne Dyer, What do you really want for your children (Harper, 2001). Στα ελληνικά: Tι θέλετε στ ΄ αλήθεια για τα παιδιά σας, σε μετάφραση Μαρίνας Λώμη, από τις εκδόσεις Γλάρος.

Το κείμενο αποτελεί αναπαραγωγή δημοσίευσης από την ιστοσελίδα www.newagemama.com 

Η Σεξουαλική Έκφραση των Ατόμων με Νοητική Υστέρηση: Μύθος ή Πραγματικότητα;



Σύμφωνα με ευρήματα σχετικών ερευνών, η σεξουαλική δραστηριότητα δεν σχετίζεται με τη νοητική ικανότητα του ατόμου (Reid, 1995) και η βιολογική ωρίμανση των δύο φύλων είναι όμοια με αυτή των ατόμων που δεν παρουσιάζουν κάποιας μορφής νοητική ανεπάρκεια (Katoda, 1993). Επομένως, τα άτομα με νοητική υστέρηση έχουν τις ίδιες σεξουαλικές ανάγκες με τα άτομα κανονικής νοημοσύνης (Leutar & Mihokovic, 2007). Ωστόσο, συχνά αναφέρεται ότι ο περίγυρος αντιμετωπίζει τα νοητικώς υστερούντα άτομα ως  α-σεξουαλικά και ως άτομα τα οποία παραμένουν παιδιά και χρήζουν προστασίας από την κοινωνία και το υποστηρικτικό προσωπικό (Murphy & Young, 2005. Woodard, 2004). Από την άλλη πλευρά, επικρατεί και η αντίληψη ότι πρόκειται για άτομα υπερ-σεξουαλικά τα οποία ενδέχεται να γίνουν επιθετικά λόγω των ανεξέλεγκτων σεξουαλικών τους ορμών (Murphy & Young, 2005). 
Έχει βρεθεί ότι η σεξουαλική ανάπτυξη των ατόμων με νοητική υστέρηση ποικίλει καθώς ορισμένα εμφανίζουν κανονική ανάπτυξη ενώ άλλα παρουσιάζουν υστέρηση ή ελλιπή ανάπτυξη των δευτερευόντων σεξουαλικών χαρακτηριστικών τους (Monat, 1982. Murphy και συνεργάτες, 1983). Συγκεκριμένα, ο Monat (1982) κατέγραψε τα σεξουαλικά χαρακτηριστικά των ατόμων με ήπια, μέτρια, σοβαρή και βαριά νοητική υστέρηση. Έτσι, τα άτομα με ήπια νοητική υστέρηση τείνουν να έχουν παρόμοια σεξουαλική συμπεριφορά με όσα έχουν κανονική ανάπτυξη και δυνατότητα να διερευνούν και να ελέγχουν τις σεξουαλικές τους παρορμήσεις. Από την άλλη, στη μέτρια νοητική υστέρηση, τα δευτερεύοντα σεξουαλικά χαρακτηριστικά των ατόμων σε κάποιες περιπτώσεις αναπτύσσονται με καθυστέρηση ενώ στη σοβαρή νοητική υστέρηση παρουσιάζουν μειωμένο έλεγχο των σεξουαλικών παρορμήσεων και ελλιπή ανάπτυξη ψυχοσεξουαλικής συμπεριφοράς. Τέλος, στα άτομα με σοβαρή νοητική υστέρηση παρατηρείται δυσκολία κατανόησης των κοινωνικών κανόνων ενώ στην περίπτωση της βαριάς υστέρησης, η σεξουαλική συμπεριφορά περιορίζεται αμιγώς σχεδόν σε ένα πρωτόγονο επίπεδο.  
Κατά την εφηβική ηλικία, η σεξουαλική ανάπτυξη των ατόμων με υστέρηση συνήθως ξεκινά αργότερα από τα υπόλοιπα άτομα. Η μέση ηλικία έναρξης της εμμηνόρροιας των κοριτσιών με υστέρηση είναι περίπου στα 14 έτη και του αυνανισμού των αγοριών στα 15 έτη. Η εκδήλωση των σεξουαλικών χαρακτηριστικών όπως της ηβικής τριχοφυΐας, της ανάπτυξης των γεννητικών οργάνων και του στήθους δεν απέχουν σημαντικά από αυτά των ατόμων με κανονική νοητική ανάπτυξη (Gawlik και συνεργάτες, 1995). Ειδικότερα δε, ο αυνανισμός συχνά οδηγεί σε δύσκολη θέση τους εκπαιδευτικούς, την οικογένεια και τους θεραπευτές των ατόμων με νοητική υστέρηση. Ωστόσο, είναι απαραίτητο να γίνεται αντιληπτός ως μία «τυπική» σεξουαλική συμπεριφορά οποιουδήποτε ατόμου, ανεξαρτήτως ηλικίας ή επιπέδου λειτουργικότητάς του (Σιαπέρας & Σούλης, 2011).
Σύμφωνα με τους Walter (1996) και Schröder (1996), το ενδιαφέρον των ατόμων με ειδικές ανάγκες δεν σχετίζεται πρωτίστως με τη γενετήσια σεξουαλικότητα αλλά με την ικανοποίηση των συναισθηματικών τους αναγκών. Συγκεκριμένα, τα άτομα με ειδικές ανάγκες αναζητούν κατά βάση συντροφικότητα και συνύπαρξη και εμφανίζουν αυξημένη ευαλωτότητα του σεξουαλικού αυτοσυναισθήματος (Mayers και συνεργάτες, 2003). Ένα ακόμη βασικό χαρακτηριστικό της σεξουαλικής συμπεριφοράς των ατόμων με νοητική υστέρηση είναι η έλλειψη αυτορύθμισης (Page, 1991) λόγω της οποίας δυσκολεύονται να εκφράσουν τη σεξουαλική τους επιθυμία με οργανωμένο τρόπο (Kempton & Rose, 1976). Επίσης, πολύ συχνά παρουσιάζουν αυτοερωτική σεξουαλική συμπεριφορά, συνήθως υπό το φόβο και την καταπίεση του περιβάλλοντος.

 Ενδιαφέρον παρουσιάζει η μελέτη που διεξήχθη στη Σουηδία (Löfgren-Mårtenson, 2004) με στόχο τη διερεύνηση των ευκαιριών και των εμποδίων που διαθέτουν οι νέοι με νοητική υστέρηση στη σύναψη σχέσεων και τη σεξουαλική τους έκφραση. Τα ερωτήματα στα οποία προσπάθησε να δώσει απαντήσεις η εν λόγω έρευνα ήταν τα εξής: α) πώς οι νέοι με νοητική υστέρηση αλληλεπιδρούν με τους άλλους σεξουαλικά/ερωτικά; β) πόσο τους  επηρεάζουν οι γονείς και οι φροντιστές τους στην έκφραση της σεξουαλικότητάς τους; και γ) πώς περιγράφεται η σεξουαλική τους έκφραση και κατά πόσο επηρεάζεται από τις κοινωνικές νόρμες και αξίες; Η έρευνα βασίστηκε στην παρατήρηση των νέων με νοητική υστέρηση σε χορευτικές συγκεντρώσεις καθώς και από συνεντεύξεις νέων, φροντιστών και γονιών.
Αν και ορισμένοι νέοι με νοητική υστέρηση δεν σχετίζονται καθόλου με άλλους, ωστόσο οι περισσότεροι εκδηλώνουν την ανάγκη τους για σεξουαλική έκφραση. Τα ευρήματα αποκάλυψαν ότι για τη σύναψη μίας πιο στενής σχέσης, σημαντικό ρόλο διαδραματίζει η εγγύτητα του επιπέδου νοητικής υστέρησης μεταξύ των συντρόφων. Πολλοί από τους νέους που παρευρίσκονται στις κοινωνικές συγκεντρώσεις στοχεύουν στη γνωριμία και τη δημιουργία σχέσεων με άλλους. Έχει παρατηρηθεί ότι η πιθανότητα  να αποκτήσουν σύντροφο αυξάνεται αν εκφράζονται και οι δύο πλευρές με τη γλώσσα του σώματος και με κοινές μορφές επικοινωνίας. 
Στις περισσότερες σύγχρονες κοινωνίες, η πλειοψηφία των ατόμων προχωρούν σε γάμο τουλάχιστον μία φορά στη ζωή τους. Δεν φαίνεται να συμβαίνει το ίδιο όμως στην περίπτωση των νοητικά υστερούντων ατόμων λόγω των νομικών ή κοινωνικών περιορισμών που αντιμετωπίζουν. Η επιτυχία ή αποτυχία ενός γάμου μεταξύ νοητικά υστερούντων ατόμων εξαρτάται από ποικίλους παράγοντες όπως οι συναισθηματικές δυσκολίες, η διαταραγμένη παιδική ηλικία, η ύπαρξη νοητικής υστέρησης και στους δύο συντρόφους, το χρονικό διάστημα ιδρυματισμού τους κ.ά. (Hall, 1974). Αξίζει δε να σημειωθεί ότι η υποστήριξη των ζευγαριών αυτών από το περιβάλλον τους κατά τον έγγαμο βίο τους αποδείχθηκε ιδιαίτερα σημαντική  για την επιτυχή έκβαση της συμβίωσής τους (Craft & Craft, 1980). Αναφορικώς με την αναπαραγωγή και τη δημιουργία οικογένειας, κυριαρχεί η αντίληψη ότι τα άτομα με νοητική υστέρηση θα μπορούσαν ενδεχομένως να “μεταδώσουν” την ασθένειά τους στους απογόνους τους με άμεσο αποτέλεσμα το οικείο περιβάλλον τους συχνά να τους αποτρέπει. Ωστόσο, το ζήτημα της ικανότητας ή μη των ατόμων αυτών να δημιουργήσουν “κανονικές” οικογένειες είναι ιδιαιτέρως σύνθετο και χρήζει συστηματικής διερεύνησης.
Εκ των πραγμάτων και εξ ανάγκης, οι γονείς καθίστανται οι βασικοί παιδαγωγοί των παιδιών σε θέματα σεξουαλικότητας ωστόσο πολλοί από αυτούς διστάζουν να τους μιλήσουν ανοιχτά για ζητήματα που αφορούν τη σεξουαλική συμπεριφορά. Κατά το πλείστον αισθάνονται ενοχές και ανησυχούν για τις συνέπειες των απαντήσεων που δίνουν στα παιδιά τους. Ο φόβος των γονιών συνήθως πηγάζει από τις εξής σκέψεις: α) μιλώντας για το σεξ θα ενθαρρύνουν τον πειραματισμό των παιδιών τους, β) δεν γνωρίζουν με ποιο τρόπο να διαχειριστούν τα ερωτήματα των παιδιών τους σχετικά με το σεξ και γ) τα παιδιά τους γνωρίζουν ήδη πολλά για το θέμα ή αντίθετα έχουν ελάχιστη πληροφόρηση. Συνηθέστερα, δεν γνωρίζουν πότε και με ποιο τρόπο να ξεκινήσουν τέτοιου είδους συζητήσεις και ακόμα και εκείνοι οι γονείς που συζητούν με τα παιδιά τους για τη σεξουαλικότητα δεν αφιερώνουν τον χρόνο που απαιτείται για τέτοιου είδους ευαίσθητα θέματα (Kreinin, 2001).  
Η σεξουαλική αγωγή είναι απαραίτητο να ξεκινάει από την οικογένεια και να συνεχίζεται στο σχολείο με τη μορφή ενός επίσημου προγράμματος, με την υποστήριξη των επαγγελματιών υγείας (Davis, 2002. Servais, 2006.). Η σεξουαλική αγωγή επιτρέπει στα παιδιά με ειδικές ανάγκες να απολαύσουν την προσωπική σεξουαλική τους ολοκλήρωση και να προστατεύσουν τον εαυτό τους από την κακοποίηση, από πιθανή εγκυμοσύνη και τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα. Επιπλέον, είναι ιδιαίτερα σημαντικό ότι αποκτούν τη βάση για μία πιο υγιή, ασφαλή και κοινωνικά αποδεκτή ενήλικη ζωή (McCabe, 1999. Swango-Wilson, 2008. Woodard, 2004). Την ανάγκη για σεξουαλική αγωγή επιτείνει το  γεγονός ότι σε κάθε περίπτωση οι έφηβοι με ειδικές ανάγκες εκδηλώνουν σεξουαλικές επιθυμίες ακόμα και αν κανένας δεν τους έχει μιλήσει για αυτές.
Το σχολείο διαδραματίζει σημαντικό ρόλο για τη σεξουαλική αγωγή των παιδιών και των νέων με νοητική υστέρηση και ως βασικός φορέας κοινωνικοποίησης καλείται να ενισχύσει την κοινωνικο-σεξουαλική τους ωριμότητα. Ακόμη, μπορεί να συμβάλει στον αποστιγματισμό τους και την κατοχύρωση του δικαιώματός τους να διαθέτουν κανονική σεξουαλική ζωή ως ολοκληρωμένες προσωπικότητες. Ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα για εφήβους με ειδικές ανάγκες θα πρέπει να καλύπτει θέματα όπως τα μέρη του σώματος αλλά και οι σωματικές και φυσιολογικές αλλαγές (Woodard, 2004). Οι μαθητές με νοητική υστέρηση χρειάζονται πληροφόρηση σχετικά με τα γεννητικά όργανα των δύο φύλων, την ανατομία και τη φυσιολογία του συστήματος αναπαραγωγής κλπ.
Τέλος, σημαντική συνεισφορά στη σεξουαλική αγωγή των νοητικά υστερούντων ατόμων θα μπορούσαν να έχουν και οι σύμβουλοι ψυχικής υγείας. Δεδομένου ότι οι κοινωνικές στάσεις έναντι των ζητημάτων αυτών συνεχώς διαφοροποιούνται και παρατηρείται ολοένα και μεγαλύτερη αποδοχή της σεξουαλικότητας των ατόμων με νοητική υστέρηση, οι σύμβουλοι καλούνται να τα βοηθήσουν στην κατανόηση της κοινωνικο-σεξουαλικής τους ανάπτυξης και συμπεριφοράς. Οι Kempton & Caparulo (1983) σημειώνουν ωστόσο αναφέρουν ότι οι τεχνικές που χρησιμοποιούν οι σύμβουλοι στο γενικό πληθυσμό δεν μπορούν να εφαρμοστούν όταν πρόκειται για νοητικώς υστερούντα άτομα. Εξαιτίας του γεγονότος ότι τα άτομα αυτά στερούνται αφαιρετικής σκέψης, η πληροφορία θα πρέπει να είναι συγκεκριμένη, οπτική και προσδιορισμένη με απλούς όρους και συχνές επαναλήψεις. Για το λόγο αυτό θα πρέπει να προτιμώνται τα παιχνίδια ρόλων, οι δοκιμές και άλλες βιωματικές μέθοδοι διδασκαλίας. Ακόμη, λόγω της περιορισμένης πληροφόρησής τους, οι σύμβουλοι θα χρειαστεί να ξεκινήσουν από μία βασική ενημέρωση για θέματα σεξουαλικότητας, σεξουαλικής συμπεριφοράς και αντισύλληψης. 

Απόσπασμα από το άρθρο Ψυχοσεξουαλική ανάπτυξη και συμπεριφορά ατόμωνμε νοητική υστέρηση- Η αναγκαιότητα για ενημέρωση και σεξουαλική αγωγή το οποίο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΣΚΕΨΥ. Το πλήρες άρθρο είναι διαθέσιμο εδώ