Οι Φιλίες κατά την Εφηβεία


Οι δεσμοί με τους γονείς αντικαθίστανται από δεσμούς με συνομήλικους

- Διπλάσιο χρόνο με φίλους σε σύγκριση με γονείς και άλλους ενήλικες
- Εφηβικές ομάδες: λιγότερη καθοδήγηση και έλεγχος από ενήλικες, παρέες από πολλές γειτονιές
- Αναζήτηση ατόμων του αντίθετου φύλου
- Οι φιλίες εξιδανικεύονται και αποκτούν μεγάλη συναισθηματική αξία


Προσφέρουν στον έφηβο νέες ταυτίσεις, νέες αξίες, νέες αντιλήψεις που πρέπει να ασπαστεί προκειμένου να γίνει αποδεκτός                                                                                             

Μέσα από τις φιλίες ο έφηβος:
1. Ρυθμίζει το άγχος του
2. Εξωτερικεύει τις εντάσεις και τις ανησυχίες του
3. Αποκτά καινούρια πρότυπα συμπεριφοράς και δοκιμάζει νέες συμπεριφορές
4. Αποδέχεται την στάση ζωής της ομάδας και απορρίπτει αυτή των ενηλίκων
5. Βρίσκει είδωλα προς μίμηση
6. Αποκτά προσωρινή ταυτότητα έως ότου αποκτήσει μια πιο σταθερή αίσθηση του Εαυτού του


                                                                                                                              (Ιωαννίδης 1990)
Θετική επίδραση:
  •  Κοινωνική ανάπτυξη
  •  Ανάπτυξη προσωπικότητας εφήβου
  •  Λιγότερα προβλήματα συμπεριφοράς στο σχολείο
  •  Μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στην κοινωνική τους αποδοχή
  • Λιγότερη μοναξιά
Ενώ:
 Δυσκολία δημιουργίας φιλικών σχέσεων κατά την εφηβεία
  • Εφηβική κατάθλιψη
  • Κακή κοινωνική προσαρμογή
                                                                                                          (Berndt & Savin-Williams, 1993)

Η σημασία της θετικής Αυτοαντίληψης!

H αυτοαντίληψη (self-perception) αποτελεί ένα είδος αξιολόγησης που κάνει - και συνήθως διατηρεί - το άτομο για τον εαυτό του. Εκφράζει την επιδοκιμασία ή την αποδοκιμασία του προς τον εαυτό του και φανερώνει το βαθμό στον οποίο το άτομο πιστεύει ότι είναι ικανό, σημαντικό, επιτυχημένο και αξιόλογο.

Η αυτοαντίληψη είναι στενά συνδεδεμένη με την έννοια της αυτογνωσίας, η οποία αναφέρεται στη βαθύτερη γνώση και ρεαλιστική αντίληψη του εαυτού μας, καθώς και στην επίγνωση του συνολικού τρόπου αντίδρασής μας στις διάφορες καταστάσεις (Φλουρής, 1981). Με άλλα λόγια, η αυτογνωσία αφορά στα βαθύτερα και ιδιαίτερα αντικειμενικά γνωρίσματα της προσωπικότητάς μας, την ψυχοσυναισθηματική μας υπόσταση, αλλά και τις βαθύτερες επιθυμίες μας. Ποιος πραγματικά είμαι; Πόσο προσωπικές είναι οι αξίες μου; Πώς μπορώ να έχω εμπιστοσύνη στον εαυτό μου; Στη βιβλιογραφία, ο όρος «αυτοεκτίμηση» χρησιμοποιείται συχνά ως ταυτόσημος με την έννοια της αυτοαξιολόγησης που κάνει το άτομο για τον εαυτό του. Με άλλα λόγια, η αυτοεκτίμηση είναι μια θετική ή αρνητική στάση προς τον εαυτό. Δείχνει ότι το άτομο αισθάνεται πως αξίζει ως πρόσωπο, σέβεται τον εαυτό του για αυτό που είναι και δεν τον καταδικάζει για ό,τι δεν είναι. Γενικότερα, σκέφτεται θετικά για τον εαυτό του. Αντίθετα, η έλλειψη αυτοεκτίμησης ή η χαμηλή αυτοεκτίμηση, σημαίνει αρνητική αυτοαξιολόγηση και, συχνά, αυτοαπόρριψη (Κοσμίδου-Hardy,1991).

Ο άνθρωπος έχει ανάγκη από μια θετική αυτοαντίληψη, γιατί θετική αυτοαντίληψη σημαίνει θετική στάση, θετική προδιάθεση προς τον εαυτό αλλά και προς τη ζωή γενικότερα (Argyle 1981, Rogers 1981). Θετική διάθεση σημαίνει θετική προσέγγιση, σημαίνει συμμετοχή, σημαίνει προσπάθεια που θα οδηγήσει κάποτε στην «αυτοπραγμάτωση» (Maslow 1970, Rogers 1981). Η θετική αυτοαντίληψη συνεπάγεται και υψηλό βαθμό αυτοεκτίμησης και μας οδηγεί στο να επιμένουμε για την κατάκτηση των στόχων μας παρά τις δυσκολίες, να αναπτύσσουμε τις δυνατότητες μας και να διορθώνουμε τα λάθη μας. Παράλληλα, δεν καθοδηγούμαστε πλήρως από τις προσδοκίες των άλλων ούτε και αμφισβητούμε την προσωπική μας αξία στην περίπτωση που τα σχόλια των άλλων δεν είναι ευνοϊκά. Αντίθετα, «ξεχνούμε» ευκολότερα μια εμπειρία που σχετίζεται με αποτυχία και προστατεύουμε τον εαυτό μας από την αρνητική αυτοαξιολόγηση. (Κοσμίδου-Hardy, 1991). Αν προσπαθούσε κανείς να αναζητήσει τις αιτίες που οδηγούν τα άτομα στην αποτυχία, στην άρνηση και πολλές φορές σε ψυχιατρικά ιδρύματα, θα διαπίστωνε ότι πολλά από τα άτομα αυτά απέτυχαν να χτίσουν μια θετική αυτοεικόνα, είναι άτομα που αποθαρρύνθηκαν γρήγορα και που ο «εαυτός» τους τα πρόδωσε σε κρίσιμα σημεία. Αντίθετα, τα επιτυχημένα άτομα χαρακτηρίζονται από ιδιότητες που αντανακλούν μια θετική αυτοαντίληψη.

Σχέση Επαγγελματικής & Συζυγικής Εξουθένωσης: Μύθος ή Πραγματικότητα;

Η επαγγελματική εξουθένωση (career burnout) αποτελεί μία κατάσταση σωματικής, συναισθηματικής και πνευματικής εξουθένωσης που προκύπτει από τη μακρόχρονη εμπλοκή του ατόμου σε συνθήκες εργασίας που είναι συναισθηματικά απαιτητικές (Maslach & Jackson, 1986). Από την άλλη, η συζυγική εξουθένωση (couple burnout) προκαλείται όταν οι αρχικές προσδοκίες των συντρόφων από τη σχέση τους έρχονται σε αντίφαση με την πραγματικότητα, γεγονός που τους προκαλεί άγχος και απογοήτευση. Η φθορά αυτή αποτελεί μια πολύ δύσκολη κατάσταση και συμβαίνει σε άτομα τα οποία περιμένουν ότι η σχέση θα δώσει νόημα στη ζωή τους. Συνδέεται με σωματική, συναισθηματική και πνευματική κόπωση του ζευγαριού και η σχέση συχνά κινδυνεύει να διαλυθεί (Pines, 2006).

Όπως προκύπτει από τα ερευνητικά δεδομένα, η εξουθένωση στο ζευγάρι συνδέεται με την εξουθένωση που βιώνουν οι σύντροφοι στη δουλειά τους (Antoniou & Cooper, 2005˙ Hazan & Shaver, 1990). Αρκεί να σκεφτεί κανείς τις ώρες που διαθέτει ο σύγχρονος άνθρωπος στην εργασία και την ενέργεια που απαιτείται να καταναλώσει για την επίτευξη των επαγγελματικών του στόχων, για να αντιληφθεί τη σύγκρουση που μπορεί να βιώσει όταν χρειάζεται να ισορροπήσει τις απαιτήσεις αυτές με την οικογένειά του. Σε ό,τι αφορά τη σχέση του ζευγαριού, η πολύωρη ενασχόληση των συντρόφων με το επάγγελμά τους, μειώνει τη συναισθηματική τους διέγερση και τη μεταξύ τους επικοινωνία.

Σύμφωνα με την Pines (1996), η συζυγική και η επαγγελματική εξουθένωση συνδέονται μεταξύ τους και επηρεάζουν η μία την άλλη. Όταν το άτομο βιώνει εξουθένωση στην εργασία, συχνά απομονώνεται, χάνει την εμπιστοσύνη του στους συναδέλφους και έχει υπέρμετρες απαιτήσεις από το σύντροφό του, γεγονός που προκαλεί συγκρούσεις στη σχέση. Τα συναισθήματα της απογοήτευσης μεταφέρονται στο γάμο αλλά και αντίστροφα. Επομένως, οι άνθρωποι που αντιμετωπίζουν δυσκολίες στο γάμο τους, είναι πιθανόν να επενδύουν πολύ χρόνο και ενέργεια στη δουλειά, βρίσκοντάς την σαν μια διέξοδο στα προσωπικά τους προβλήματα, με αποτέλεσμα να απογοητεύονται πλήρως αν τα πράγματα δεν εξελίσσονται όπως τα περίμεναν και η οικογένεια δεν μπορεί να τους στηρίξει.

Χαρακτηριστικά είναι τα ευρήματα έρευνας που διεξήχθη σε 190 Έλληνες εργαζόμενους (Σωτηράκη & Αντωνίου, υπό δημοσίευση) , ηλικίας από 20 έως 64 ετών, όπου προέκυψε ότι οι συμμετέχοντες που κατατάσσονται στην κατηγορία υψηλής συζυγικής εξουθένωσης εμφάνισαν τον υψηλότερο μέσο όρο σε όλους τους παράγοντες της επαγγελματικής εξουθένωσης, ενώ τα άτομα χαμηλής συζυγικής εξουθένωσης φάνηκε ότι ήταν λιγότερο εξουθενωμένοι επαγγελματικά, καθώς εμφάνισαν το χαμηλότερο μέσο όρο. Τα ευρήματα επιβεβαίωσαν την αρχική υπόθεση της έρευνας, γεννώντας προβληματισμούς σχετικά με την ετοιμότητα των εργαζόμενων και των εργοδοτών να αντιμετωπίσουν τη νέα πραγματικότητα.